ΓΙΑ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ, ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΗ Η ΤΡΟΙΚΑ;

Δημοσιεύτηκε στο protagon.gr, την 2/02/15.

"Η στρατηγική της σύγκρουσης που έχουν επιλέξει οι κκ. Τσίπρας και Καμμένος είναι εξαιρετικά ριψοκίνδυνη και κατά την προσωπική μου γνώμη λανθασμένη. Βασίζεται σε παραπλανητικές αναλύσεις της οικονομικής κρίσης, ενώ μπορεί να μας βγάλει από το ευρώ, είτε από λάθος, είτε λόγω του τεράστιου εθνικιστικού μίσους για την ΕΕ, που αναμένεται να  ξεσηκώσει, αν κάτι δεν πάει καλά. ... Για να έχουμε, όμως, ελπίδα ότι θα πετύχουμε, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το δίκαιο της ΕΕ με παρρησία, σοβαρότητα και ακρίβεια".

ΑΘΗΝΑ, 2/2/15-  Στο πρόσφατο άρθρο της με τίτλο, «Je suis Dijsselbloem ou Varoufakis?» (1 Φεβρουαρίου 2015), η κ. Φιλίππα Χατζησταύρου, ερευνήτρια στο ΕΛΙΑΜΕΠ, σχολιάζει τη νομική φύση της τρόικας των δανειστών, με αφορμή την καταδίκη της ως «σαθρή» από τον κ. Βαρουφάκη στην επεισοδιακή συνέντευξη τύπου με τον κ. Dijsselbloem. Η κ. Χατζηασταύρου βασικά συμφωνεί με τον κ. Βαρουφάκη και καταλήγει:

 

«Πρόκειται [η τρόικα] για μια άτυπη δια-θεσμική ad hoc ομάδα, που στελεχώνεται από τεχνο-υπαλλήλους που προέρχονται από διάφορους διεθνείς οργανισμούς -της Επιτροπής και της ΕΚΤ από την ΕΕ, και από το ΔΝΤ- και λειτουργεί χωρίς καμία νομιμοποίηση παρά μόνο την άτυπη πολιτική στήριξη του ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Λειτουργεί ως ο εκτελεστικός βραχίονας για την εφαρμογή των προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής που κινούνται εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου».

 Όπως θα δείξω παρακάτω, τα συμπέρασματα αυτά είναι σχεδόν όλα λανθασμένα. 

Φυσικά, η κ. Χατζησταύρου έχει το δικαίωμα της γνώμης της για την αξία της τρόικας και την επιτυχία ή αποτυχία του προγράμματος, τη σκληρή ή άλλη διαπραγματευτική τακτική ή, ακόμα, και για την σκοπιμότητα της παραμονής μας στο κοινό νόμισμα. Δεν μπορεί όμως να προσαρμόζει τα νομικά δεδομένα στις επιδιώξεις της στιγμής. Είναι κρίμα που σε τόσο κρίσιμα θέματα, γράφονται γνώμες που έχουν σχηματιστεί ή εκφράζονται με προχειρότητα.

Αν και έχω γράψει σειρά άρθρων στον Τύπο για το θέμα, τόσο στο protagon.gr όσο και αλλού (εδώεδώ και εδώ), επανέρχομαι για άλλη μια φορά, γιατί το ζήτημα της νομιμότητας της τρόικας και της χρηματοδότησης της χώρας από την Ευρωζώνη είναι θέμα-κλειδί για τη διαπραγμάτευση. Αν η ελληνική πλευρά υιοθετήσει αβάσιμες νομικές θέσεις, θα βρεθεί απομονωμένη και τελικά ανυπεράσπιστη. Δεν εξετάζω εδώ αν τα οικονομικά μέτρα πέτυχαν ή αν ήταν σωστά από οικονομικής απόψεως (θα συνιστούσα σε όποιον θέλει να έχει γνώμη γι' αυτό, να διαβάσει την εκτεταμένη έκθεση του Ινστιτούτου Bruegel για την τρόικα σε Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Κύπρο, του Φεβρουαρίου 2014, εδώ). Εξετάζω μόνο τη νομιμότητά τους σε σχέση με το δίκαιο της ΕΕ, δεδομένου ότι πολλοί στη χώρα μας την αμφισβητούν έντονα (η νομιμότητα σε σχέση με το ελληνικό δίκαιο έχει ήδη κριθεί, θετικά, από το Συμβούλιο της Επικρατείας).

Υποπτεύομαι, μάλιστα, ότι το θέμα της νομιμότητας θα παίξει και πολύ σημαντικό ρόλο αν αποτύχουν οι προσπάθειες της κυβέρνησης. Αν αποτύχουν, η κυβέρνηση θα βρεθεί σε δεινή θέση. Υποπτεύομαι ότι τότε ο κ. Τσίπρας θα κατηγορήσει τους Ευρωπαίους ηγέτες για παράνομη, «νεοφιλελεύθερη», «αποικιακή»,  ή εκδικητική συμπεριφορά (ή θα τους πει για άλλη μια φορά «γκάνγκστερς», όπως έκανε το 2013, με αφορμή την  Κύπρο). Σε αυτό θα έχει τώρα ίσως την αμέριστη συνδρομή κάποιων ισχυρών ΜΜΕ, τα οποία όπως πάντα θα προσπαθήσουν να γίνουν αρεστά στην κυβέρνηση για να ανανεωθούν αυθαίρετα οι παράνομες «προσωρινές» άδειές τους ή για να προστατευθούν οι τράπεζές τους. Έτσι, είναι σημαντικό ο ελληνικός λαός να έχει μπροστά του μια πλήρη και αληθινή εικόνα, προτού ξεκινήσει το ανεμενόμενο μπαράζ εθνικιστικής και αντιευρωπαϊκής προπαγάνδας.

 Το νομικό θέμα είναι κρίσιμο ως εξής. Αν η τρόικα και τα μνημόνια είναι πράγματι κάτι παράνομο και αντίθετο στις Συνθήκες, όπως λέει ο κ. Βαρουφάκης, τότε ίσως οι κκ. Τσίπρας, Καμμένος και Κοτζιάς να έχουν δίκιο ότι η Ελλάδα έχει γίνει, όπως λένε, «αποικία χρέους», όπου οι ισχυροί μας έχουν επιβάλουν με αυθαίρετο τρόπο τη βούλησή τους, πέρα από τις εγγυήσεις της ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Αν όμως η τρόικα και το μνημόνιο πηγάζουν από τις ευρωπαϊκές συνθήκες της ΕΕ, τότε το θέμα είναι εντελώς διαφορετικό. Αν αυτά που μας ζητούν είναι αυτά που ζητούν από κάθε μέλος της Ευρωζώνης, τότε η απόρριψη των νομικά αβάσιμων αιτιάσεων της Ελλάδας, δεν μπορεί να είναι «εκδικητικότητα», ούτε «αποικιακή» ή «νεοφιλελεύθερη» συμπεριφορά. Άρα, το θέμα της νομιμότητας είναι κεντρικό για να καταλάβουμε τι ακριβώς θα συμβεί τις επόμενες εβδομάδες και για να κρίνουμε σωστά το αν και πώς θα προχωρήσει η στρατηγική της σύγκρουσης με την ΕΕ, που έχει επιλέξει η κυβέρνηση Τσίπρα/Καμμένου.

Στην παραπάνω παράγραφο, η κ. Χατζησταύρου κάνει τέσσερα σημαντικά λάθη, τα οποία θα εξετάσω με κάποια λεπτομέρεια, λόγω της κρισιμότητάς τους.

Το πρώτο λάθος, είναι ο ισχυρισμός ότι το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής είναι «εκτός ευρωπαϊκού πλαίσου». Η αλήθεια είναι διαφορετική. Η δημοσιονομική πειθαρχία των κρατών-μελών είναι όρος συμμετοχής τους στην ΕΕ και την Ευρωζώνη. Ως μέλη της νομισματικής ένωσης, τα κράτη-μέλη δεν θα μπορούσαν να έχουν κοινή νομισματική πολιτική που αποσκοπεί σε πληθωρισμό έως 2%, όπως συμβαίνει σήμερα με την ΕΚΤ, και εθνική δημοσιονομική πολιτική που θα οδηγούσε κανονικά σε πληθωρισμό 20%. Αν τα κράτη της ευρωζώνης έκαναν κάτι σαν κι αυτό, τότε η Ευρωζώνη θα διαλυόταν γιατί όλοι θα προσπαθούσαν να γίνουν λαθρεπιβάτες στο κοινό νόμισμα. Άρα, η δημοσιονομική πειθαρχία όλων πηγάζει από τις συνθήκες της Ευρωζώνης και την απουσία υπερεθνικού υπουργείου οικονομικών της ΕΕ, και όχι από τα ειδικά «μνημόνια» που εφαρμόστηκαν σε Ελλάδα, Ιρλανδία και Πορτογαλία. Τα μνημόνια ήταν αποφάσεις έκτακτης ανάγκης που αποφάσισαν τον ρυθμό προσαρμογής των χωρών που χρειάστηκαν βοήθεια, επειδή για τον έναν ή τον άλλον λόγο είχαν  αποτύχει στη δημοσιονομική πειθαρχία. Οι ρυθμοί ήταν πολύ αυστηροί για την Ελλάδα, πέτυχαν όμως για Ιρλανδία και Πορτογαλία, που έχουν τώρα βγεί από τα προγράμματα διάσωσης.

Το γενικό θέμα της διάσωσης κρατών-μελών στην Ευρωζώνη κρίθηκε από το Δικαστήριο της ΕΕ στην υπόθεση Pringle (υπόθεση C-370/12), που λόγω της σπουδαιότητάς της αποφασίστηκε από μια εξαιρετικά σπάνια ολομέλεια και των 27 δικαστών. Αν η διάσωση ήταν εκτός «ευρωπαικού πλαισίου», θα το είχε διαπιστώσει το δικαστήριο, κηρύσσοντας την αίτηση απαράδεκτη, όπως κάνει αν ένα προδικαστικό ερώτημα είναι εκτός του δικαίου της ΕΕ. Το δικαστήριο, όμως, έκανε παραδεκτή την αίτηση και εξέτασε όλα τα σχετικά θέματα αφού πηγάζουν από τις Συνθήκες. Αν και τα επιχειρήματα εναντίον της διάσωσης ήταν ισχυρά, με βάση τη διατύπωση του άρθρου 125 ΣΛΕΕ, το δικαστήριο τελικά έκρινε ότι η διάσωση, όταν δεν συνιστά ανάληψη υποχρεώσεων ενός κράτους από τα άλλα, δεν είναι παράνομη. Άρα, η διάσωση μέσω της νέας δανειοδότησης δεν ήταν κατ’ αρχήν παράνομη. Η απόφαση Pringle, έτσι, ενέκρινε τη διάσωση της Ελλάδας, της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας (αν και αυτό σημαίνει ότι ένα κούρεμα του χρέους προς άλλα κράτη-μέλη θα ήταν αντίθετο με τις Συνθήκες). Πρόσθεσε, όμως, ότι η διάσωση πρέπει να γίνεται με αυστηρούς όρους.

Πιο συγκεκριμένα, η νομική βάση του ελληνικού προγράμματος ήταν α) η απόφαση των ηγετών των κρατών-μελών της ευρωζώνης της 25ης Μαρτίου 2010, β) η απόφαση του Συμβουλίου 2010/320/EU της 10ης Μαίου 2010, απευθυνόμενη προς την Ελλάδα με σκοπό την ενίσχυση και εμβάθυνση της δημοσιονομικής εποπτείας, δια της οποίας ειδοποιείται η Ελλάδα να λάβει τα μέτρα μείωσης του ελλείμματος που κρίνονται αναγκαία για την αντιμετώπιση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος (O.J. 2010, L 145/6), καθώς και γ) η διακρατική συμφωνία για το ΕFSF.

Στην απόφαση του Συμβουλίου της 10ης Μαίου 2010, προβλέπεται σειρά λεπτομερών μεταρρυθμίσεων που υποχρεούται να εφαρμόσει η Ελλάδα, π.χ. απλοποίηση φορολογικής νομοθεσίας (άρθρο 2(1)(α), μείωση συντάξεων (άρθρο 2(1)(e), αλλαγή εργασιακής νομοθεσίας (άρθρο 2(3)(c), μείωση κατώτατου μισθού ώστε να πέσει η ανεργία των νέων (άρθρο 2(3)(d), και πάρα πολλά άλλα. Η απόφαση αυτή εξεδόθη με βάση το άρθρο 136 της Συνθήκης, που προβλέπει μέτρα για την Ευρωζώνη. Η απόφαση εξειδικεύει μέτρα που αφορούν τη διαδικασία «υπερβολικού ελλείματος» σε συνθήκες όμως ακραίας κρίσης.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές ήταν εξειδίκευση των υποχρεώσεων του άρθρου 126 ΣΛΕΕ, που θεμελιώνει υποχρεώσεις δημοσιονομικής πειθαρχίας για όλα τα κράτη της ΕΕ. Με βάση αυτό το άρθρο, η Επιτροπή έχει την ευθύνη της παρακολούθησης των δημοσιονομικών στοιχείων των κρατών-μελών, ενώ το Συμβούλιο μπορεί να επιβάλει ακόμα και πρόστιμα για την παραβίαση των Συνθηκών. Οι ρυθμίσεις αυτές έχουν τροποποιηθεί προς το πολύ αυστηρότερο από το 2011 και μετά - με ομοφωνία των κρατών-μελών της Ευρωζώνης.

Το 2010 και 2011, εν μέσω της κρίσης, αποφασίστηκε ότι αντί να επιβληθούν πρόστιμα για το υπερβολικό έλλειμμα σε Ελλάδα, Ιρλανδία και Πορτογαλία, οι χώρες αυτές, που είχαν χάσει την πρόσβαση στις αγορές, θα ελάμβαναν διμερή δάνεια (μέσω του ΕFSF για την Ελλάδα) ή δάνεια από τον μηχανισμό EFSM (Iρλανδία και Πορτογαλία), ώστε να μην πτωχεύσουν και διακινδυνεύσουν ολόκληρο το οικοδόμημα. Η διαχείριση όλων αυτών γίνεται τώρα από τον νέο μηχανισμό ESM, ο οποίος έχει ιδρυθεί με ειδική διεθνή συνθήκη των κρατών-μελών της Ευρωζώνης και είναι ενεργός από το 2013. Άρα, για όλους αυτούς τους λόγους το πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας δεν ήταν ποτέ, ούτε και είναι σήμερα, «εκτός πλαισίου» της ΕΕ. Αποτελεί εξειδίκευση των βασικών υποχρεώσεων όλων των κρατών στη δημοσιονομική πειθαρχία, στα πλαίσια της ενιαίας αγοράς και του κοινού νομίσματος.

To δεύτερο λάθος, είναι ότι η τρόικα είναι ο «εκτελεστικός βραχίονας» για την εφαρμογή των προγραμμάτων. Η αλήθεια είναι ότι η τρόικα δεν έχει καμία εκτελεστική αρμοδιότητα. Η τρόικα μόνο αξιολογεί την τήρηση των συμφωνηθέντων. Εισηγείται στην Επιτροπή, το Eurogroup και το ΔΝΤ αν οι δεσμεύσεις του κράτους που έχουν ήδη αναληφθεί με βάση τα μνημόνια συνεργασίας, γίνονται πράξη. Αυτό το επιβεβαίωσε συγκεκριμένα και το Δικαστήριο της ΕΕ, στην υπόθεση Pringle,  στην παρ. 161. Η τρόικα, συνεπώς, έχει τα χέρια της δεμένα από τις συμφωνίες των κρατών-μελών της Ευρωζώνης και της Ελλάδας. Η ισχύς της τρόικας πηγάζει βέβαια και από την απόλυτη ανάγκη που τα χρεοκοπημένα κράτη έχουν τα χρήματα της βοήθειας. Αν μπορούσαν να βρουν τα χρήματα από αλλού, θα μπορούσαν αμέσως να διώξουν την τρόικα  και να αδιαφορήσουν για την αξιολόγηση, χωρίς να παραβιάζουν κάποιον κανόνα δικαίου. Αυτό π.χ. προσπάθησε να κάνει χωρίς επιτυχία η Κύπρος τον Μάρτιο του 2013 και ο κ. Βενιζέλος το καλοκαίρι του 2011.

Μιλώντας τεχνικά, η απόδοση της οικονομικής βοήθειας δεν αποφασίζεται από την τρόικα. Αποφασίζεται από πολιτικούς, δηλαδή το ECOFIN σύμφωνα με τον κανονισμό για το EFSM Regulation, από τις δανειοδοτούσες χώρες σύμφωνα με την συμφωνία ΕFSF (που αφορά την Ελλάδα) και το ΕSM Board of Governors υπό τη συνθήκη για το ESM. Άρα, ο ισχυρισμός ότι η τρόικα είναι «εκτελεστικός βραχίονας» είναι λανθασμένος.

Το τρίτο λάθος, είναι ότι ο ισχυρισμός ότι η τρόικα είναι μια «άτυπη» ομάδα. Η απόφαση των ηγετών των κρατών-μελών της Ευρωζώνης για την Ελλάδα του Μαρτίου 2010, προέβλεψε για πρώτη φορά την «τρόικα» Επιτροπής, ΕΚΤ και ΔΝΤ ως κύριο μηχανισμό αξιολόγησης. Το κύριο βάρος το φέρει πάντα η Επιτροπή, που έχει ούτως ή άλλως από τις Συνθήκες τον ρόλο της εποπτείας. Η απόφαση του Μαΐου για την Ελλάδα προβλέπει αυξημένες αρμοδιότητες της Επιτροπής για την παρακολούθηση της Ελλάδας (άρθρα 3 και 4). Αλλά λόγω της εντελώς νέας απόφασης για διάσωση, αποφασίστηκε να προστεθούν στην ευρωπαϊκή διαδικασία αξιολόγησης και το ΔΝΤ, που είχε εμπειρία σε αντίστοιχα προγράμματα διεθνώς (και που θα πραγματοποιούσε δικές του αξιολογήσεις ούτως ή άλλως για ό,τι αφορούσε τα δικά του χρήματα) και η ΕΚΤ, που θα προσέφερε τις γνώσεις της στα μακροοικονμικά ζητήματα. Ο ρόλος του ΔΝΤ προβλέπεται φυσικά από τις συνθήκες του ΔΝΤ και το εσωτερικό του δίκαιο για τη δανειοδότηση των μελών του.

Ο ρόλος της ΕΚΤ μέσα στην τρόικα είναι αμφιλεγόμενος. Θα συνιστούσα να διαβαστεί η απάντηση της ίδιας της ΕΚΤ στις ερωτήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (εδώ). Μάλιστα, μετά την Γνώμη του Γενικού Εισασγγελέα στην υπόθεση Gauweiler, που βγήκε πριν από λίγες ημέρες, εικάζεται ότι το Δικαστήριο μέσα στους επόμενους μήνες θα κρίνει ότι η ΕΚΤ δεν θα πρέπει να συμμετέχει στις αξιολογήσεις, λόγω σύγκρουσης συμφερόντων σε περιπτώσεις που η ΕΚΤ αγοράζει ομόλογα με το πρόγραμμα ΟΜΤ. Αυτό, όμως, αφορά το μέλλον. Στην υπόθεση Pringle (του 2012, η οποία αφορούσε την Ιρλανδία) το Δικαστήριο δεν εξέφρασε παρόμοιες επιφυλάξεις. Το ΔΕΕ επιβεβαίωσε εκεί, ότι η Επιτροπή και η ΕΚΤ μπορούν να επιφορτιστούν με τα καθήκοντα που τους ανατίθενται στη Συνθήκη για το ESM.

Σημειωτέον ότι την επόμενη ημέρα από την απόφαση για τη διάσωση της Ελλάδας τον Μάιο του 2010, ψηφίστηκε ο Κανονισμός 407/2010 που δημιούργησε το European Financial Stabilisation Mechanism (EFSM), που ενεργοποιήθηκε σε Πορτογαλία και Ιρλανδία. Και αυτός προβλέπει τον ρόλο της τρόικας σε μελλοντικές διασώσεις. Τον ίδιο ρόλο για την τρόικα προβλέπει και η συνθήκη για το ESM καθώς και ο Κανονισμός 472/2013 που αφορά την επιτήρηση μετά την έξοδο από το πρόγραμμα. Η άποψη, λοιπόν, ότι η τρόικα είναι κάτι «άτυπο» είναι λανθασμένη.

Το τέταρτο λάθος, είναι ο ισχυρισμός ότι η τρόικα λειτουργεί χωρίς «καμία νομιμοποίηση». Το θέμα της νομιμοποίησης είναι εξ ορισμού κάτι διαφορετικό από την νομιμότητα και είναι ίσως πιο ανοικτό σε ερμηνεία. Είναι προφανές, όμως, ότι η νομιμοποίησή της τρόκας εξαρτάται από τη θέση της σε ολόκληρο το θεσμικό πλαίσιο της διάσωσης, όπως το περιέγραψα παραπάνω και από τις διαδικασίες αντιπροσώπευσης και λογοδοσίας που προβλέπονται σε αυτό. Πράγματι, η έκθεση του Ευρωκοινοβουλίου που εξέτασε το θέμα έκανε κριτική στην τρόικα στο θέμα της δημοκρατικής λογοδοσίας της (μπορείτε να τη δείτε στα ελληνικά εδώ) και έγραψε ότι: «αποδοκιμάζει το γεγονός ότι η τρόικα, εξαιτίας της δομής της, δεν διαθέτει μέσα δημοκρατικής νομιμοποίησης σε επίπεδο ΕΕ». Με αυτό εννοεί ότι οι σχετικές αποφάσεις ελήφθησαν από το Συμβούλιο της ΕΕ, δηλαδή τις κυβερνήσεις, και όχι το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Η σημαντική φράση όμως εδώ είναι «σε επίπεδο ΕΕ». Ο μηχανισμός που περιέγραψα παραπάνω εξασφαλίζει νομιμοποίηση κυρίως σε εθνικό επίπεδο. Η αντιπροσώπευση και λογοδοσία υπάρχει προς τους φορολογούμενους των χωρών, που βάζουν τα χρήματα για τη διάσωση.

Οι συνθήκες της ΕΕ έχουν υποχρεώσει όλες της χώρες-μέλη να υπακούουν σε συγκεκριμένους κανόνες. Οι χώρες που χρεοκόπησαν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, απέτυχαν να γίνουν ανταγωνιστικές μέσα στην Ευρωζώνη και τελικά απέτυχαν να τηρήσουν τους συγκεκριμένους κανόνες (και ιδίως η Ελλάδα και η Πορτογαλία τους δημοσιονομικούς). Η διάσωσή τους από τις άλλες χώρες δημιουργεί τον κίνδυνο μιας αδικίας. Γιατί να φέρουν το βάρος της διάσωσης τα άλλα κράτη; Θα το κάνουν μόνο αν γνωρίζουν ότι τα κράτη που διασώζονται θα επιδιώξουν ειλικρινά να προσαρμοστούν στο σύστημα της Ευρωζώνης. Το σύστημα αξιολόγησης των μεταρρυθμίσεων, μέσω μιας αξιολόγησης μέσα στη χώρα (δηλαδή μέσω μιας αποστολής αξιωματούχων), εξασφαλίζει αυτό ακριβώς, ότι δηλαδή θα τηρηθούν τα συμφωνηθέντα και ότι οι ίδιοι οι χρηματοδότες, δηλαδή οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών, που είναι εκλεγμένες και ελέγχονται από τα εθνικά τους κοινοβούλια, θα έχουν επαρκή γνώση ότι τα συμφωνηθέντα τηρούνται.

Το σύστημα της λεπτομερούς αξιολόγησης από αποστολή αξιωματούχων, υπάρχει λιπόν ακριβώς ώστε τα κράτη που δίνουν τα χρήματα για τη διάσωση να έχουν μια πλήρη εικόνα, με βάση μια εξαντλητική αξιολόγηση που θα έχει γίνει επί τόπου. Οι αξιολογήσεις δημοσιεύονται (στα αγγλικά) εδώ. Το ίδιο γίνεται στο ΔΝΤ με την έκθεση που ετοιμάζει και η οποία προορίζεται για τα μέλη του ΔΝΤ, τα οποία χρηματοδοτούν την Ελλάδα και άλλες χώρες. Συνεπώς, το θέμα της νομιμοποίησης έχει δύο όψεις. Μια αφορά την ΕΕ, και εδώ βεβαίως υπάρχει ένα κενό συμμετοχής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η άλλη όψη, όμως, αφορά τα εθνικά κράτη που χρηματοδοτούν τη διάσωση. Η τρόικα υπάρχει για να τους διαβεβαιώνει ότι τα χρήματά τους πιάνουν τόπο. Είναι συνεπώς λάθος να λέμε ότι η διαδικασία χρηματοδότησης δεν έχει «καμία νομιμοποίηση». Έχει δημοκρατική νομιμοποίηση προς τους φορολογούμενους που πληρώνουν.  

Αυτά για τα τέσσερα βασικά λάθη. Η κ. Χατζησταύρου μιλά πιο κάτω για ψήφισμα «καταπέλτη» του Ευρωπαϊκού Κοινοβούλιου, του Μαρτίου 2014, το οποίο δήθεν μιλά για «παραβίαση της ευρωπαϊκής νομιμότητας, της δημοκρατικής νομιμότητας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Τίποτε από αυτά δεν ισχύει. Το ψήφισμα (μπορείτε να το διαβάσετε στα ελληνικά εδώ) προτείνει βελτιώσεις και κάνει κριτική, αλλά πουθενά δεν λέει ότι υπάρχει «παραβίαση της ευρωπαϊκής νομιμότητας».

Θα άξιζε, ίσως, να διαβάσουμε τα αποσπάσματα της έκθεσης, αφού τόσο ο κ. Βαρουφάκης όσο και η κ. Χατζησταύρου την επικαλούνται. Η έκθεση επισήμανε τις ευθύνες της κυβέρνησης Καραμανλή, ως εξής:

«... πριν από την έναρξη του προγράμματος συνδρομής ΕΕ-ΔΝΤ, το οποίο δρομολογήθηκε την άνοιξη του 2010, υπήρχε ένας διττός φόβος που αφορούσε την «αφερεγγυότητα» και τη «μη βιωσιμότητα» των δημόσιων οικονομικών της Ελλάδας ως αποτέλεσμα της συνεχώς μειούμενης ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και του μακροχρόνιου δημοσιονομικού εκτροχιασμού, λόγω της χαμηλής πραγματικής είσπραξης φόρου εταιρειών, με το δημόσιο έλλειμμα να αγγίζει το 15,7% του ΑΕγχΠ το 2009, έναντι - 6,5% το 2007, και τον λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕγχΠ να συνεχίζει την ανοδική πορεία του από το 2003, όταν είχε διαμορφωθεί στο 97,4%, αγγίζοντας το 129,7% το 2009 και το 156,9% το 2012· είναι της γνώμης ότι η προβληματική κατάσταση της Ελλάδας οφειλόταν και στη στατιστική λαθροχειρία κατά τα έτη που προηγήθηκαν της κατάρτισης του προγράμματος».

Στη συνέχεια η κριτική προς την τρόικα είναι μάλλον ήπια, αν την συγκρίνει κανείς με τις φράσεις του κ. Βαρουφάκη, περί «σαθρού» οικοδομήματος. Η έκθεση γράφει ότι:

«... επισημαίνει τη γενικά ανεπαρκή δημοκρατική λογοδοσία της Τρόικας σε εθνικό επίπεδο στις χώρες που έχουν υπαχθεί σε πρόγραμμα· σημειώνει, ωστόσο, ότι αυτή η δημοκρατική λογοδοσία διαφέρει από χώρα σε χώρα, ανάλογα με τη βούληση της εθνικής εκτελεστικής εξουσίας και τη δυνατότητα άσκησης αποτελεσματικού ελέγχου εκ μέρους των εθνικών κοινοβουλίων, όπως αποδείχτηκε στην περίπτωση της απόρριψης του αρχικού μνημονίου συνεννόησης από το κυπριακό κοινοβούλιο· επισημαίνει ωστόσο ότι, όποτε ζητήθηκε η γνώμη τους, τα εθνικά κοινοβούλια είχαν τελικά δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στην παύση της αποπληρωμής του δημόσιου χρέους και την αποδοχή μνημονίων συνεννόησης που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ της Τρόικας και των εθνικών αρχών....  σημειώνει με ανησυχία ότι η Τρόικα απαρτίζεται από τρία ανεξάρτητα θεσμικά όργανα που έχουν άνιση κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ τους, σε συνδυασμό με διαφορετική αποστολή, καθώς και δομές διαπραγμάτευσης και λήψης αποφάσεων με διαφορετικά επίπεδα λογοδοσίας, και ότι το γεγονός αυτό οδήγησε σε έλλειψη κατάλληλου ελέγχου και δημοκρατικής λογοδοσίας της Τρόικας στο σύνολό της».

Η έκθεση προσθέτει όμως αυτό που τόνισα παραπάνω, για τη δημοκρατική νομιμοποίηση προς τους φορολογούμενους:

« ... επισημαίνει ότι η δημοκρατική νομιμοποίηση της Τρόικας σε εθνικό επίπεδο πηγάζει από την πολιτική ευθύνη των μελών της Ευρωομάδας και του ECOFIN έναντι των εθνικών κοινοβουλίων τους· αποδοκιμάζει το γεγονός ότι η Τρόικα, εξαιτίας της δομής της, δεν διαθέτει μέσα δημοκρατικής νομιμοποίησης σε επίπεδο ΕΕ .... αποδοκιμάζει το γεγονός ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ παρουσιάζονται ως ο αποδιοπομπαίος τράγος για τις αρνητικές επιπτώσεις στο πλαίσιο της μακροοικονομικής προσαρμογής των κρατών μελών, ενώ οι υπουργοί Οικονομικών των κρατών μελών είναι εκείνοι που φέρουν την πολιτική ευθύνη για την Τρόικα και τις εργασίες της· τονίζει ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του ευρωσκεπτικισμού, αν και η ευθύνη εντοπίζεται σε εθνικό και όχι σε ευρωπαϊκό επίπεδο».

Δεν νομίζω, συνεπώς, ότι η έκθεση δικαιώνει τις αιτιάσεις του κ. Βαρουφάκη.

Τέλος, το άρθρο της κ. Χατζησταύρου έχει και διάφορα άλλα λάθη. Π.χ. αναφέρει ότι το Eurogroup συστήθηκε το 2012. Στην πραγματικότητα υπάρχει από το 1998. Η κ. Χατζησταύρου παραλείπει εντελώς να αναφέρει ότι όλα τα νομικά δεδομένα και οι δικαστικές αποφάσεις (π.χ. η απόφαση Pringle) κάνουν ξεκάθαρο ότι η διάσωση μιας χώρας θα πρέπει να γίνεται υπό τον όρο της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας, ώστε να μην υπάρχει «ηθικός κίνδυνος». Εάν δεν υπήρχαν αυστηροί όροι προσαρμογής, το Δικαστήριο είπε ότι η διάσωση θα ήταν αντίθετη στο δίκαιο της ΕΕ.

Τέλος η κ. Χατζησταύρου δεν επισημαίνει το πιο σημαντικό. Το Δικαστήριο της ΕΕ προστατεύει το κράτος δικαίου παντού στην ΕΕ και εφόσον, όπως έδειξα παραπάνω, το πρόγραμμα είναι μέσα στο πλαίσιο του δικαίου της ΕΕ, οι «παρανομίες» που ισχυρίζονται κάποιοι ότι υπάρχουν μπορεί να ελεγχθούν από αυτό. Αν κάποιος στην Ελλάδα έχει αμφιβολίες για την νομιμμότητα της τρόικας και του μνημονίου, μπορεί συνεπώς να προσβάλει τα σχετικά νομικά κείμενα στα εθνικά δικαστήρια -σε οποιοδήποτε δικαστήριο, από το ειρηνοδικείο μέχρι τον Άρειο Πάγο- και να τους ζητήσει να κάνουν προδικαστικό ερώτημα προς το Δικαστήριο της ΕΕ. Αυτό έγινε στην Ιρλανδία και τη Γερμανία, που διέταξαν προδικαστικά ερωτήματα και το θέμα κρίθηκε πολύ γρήγορα. Από όσο γνωρίζω κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει ακόμα στην Ελλάδα.

Υπάρχει, όμως, τώρα άλλη μια νέα ευκαρία. Η νέα ελληνική κυβέρνηση μπορεί αν θέλει να προσβάλει στο Δικαστήριο απευθείας -ως ελληνική κυβέρνηση, όχι ως κόμμα ή ως ιδιώτης- τις αποφάσεις που απευθύνονται στην Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο. Αν πράγματι πιστεύει ότι τα μνημόνια είναι παράνομα, ας προσφύγει στο Δικαστήριο, όπως μπορεί κάθε κράτος-μέλος που σέβεται τους πολίτες του. Με βάση το προηγούμενο της υπόθεσης Pringle, θα αποτύχει. Αν όμως επιμένει, ας δοκιμάσει. Τα υπόλοιπα είναι απλώς δημόσιες σχέσεις και τηλεοπτικός χρόνος.

Τελικά, αυτό που δεν λέγεται ποτέ στην Ελλάδα, είναι ότι η υποχρέωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας δεν είναι υποχρέωση του «μνημονίου». Είναι υποχρέωση της συμμετοχής στην Ευρωζώνη σύμφωνα με την αρχή της αμοιβαιότητας. Η νομισματική ένωση μας έδωσε ισχυρό νόμισμα αλλά μας υποχρέωσε να έχουμε αντίστοιχη δημοσιονομική πολιτική. Μας εδωσε το Ευρώ στο πορτοφόλι μας, αλλά και το ρίσκο ότι τα ανοικτά σύνορα θα κατακλύσουν την οικονομία μας με εισαγόμενα προιόντα και υπηρεσίες. Παράλληλα, γέννησε την ευκαιρία ότι και η Ελλάδα, αν έκανε τις απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει αλλού, θα μπορούσε και εκείνη να έχει γίνει ισότιμο μέλος μιας τεράστιας και καινοτόμου αγοράς, όπου τα δικά της προϊόντα και επιχειρήσεις θα έφερναν πλούτο και ευκαιρίες στους πολίτες της και ιδίως τους νέους. Οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα, οι ευκαιρίες και οι κίνδυνοι ήταν πάντα οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η πολλαπλή αποτυχία μας να προσαρμοστούμε στους κινδύνους αυτούς και να βελτιώσουμε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας, ήταν η αιτία της κρίσης.

Τελειώνω με μια ακόμα αναγκαία επισήμανση. Τα άρθρα μου των τελευταίων ημερών για τη νομιμότητα της τρόικας και του μνημονίου δεν προσπαθούν να κάνουν αντιπολίτευση. Προσπαθούν να ενημερώσουν την κοινή γνώμη για τα κοινώς παραδεκτά του δικαίου της ΕΕ και να βοηθήσουν ακόμα και τα στελέχη της κυβέρνησης να διεξάγουν τις διαπραγματεύεις με τη μεγαλύτερη δυνατή πειστικότητα. Αν η Ελλάδα εγείρει ανυπόστατες νομικές αξιώσεις, θα αποτύχει. Ο ελληνικός λαός οφείλει να γνωρίζει τι είναι ανυπόστατο και τι όχι.

Η στρατηγική της σύγκρουσης που έχουν επιλέξει οι κκ. Τσίπρας και Καμμένος είναι εξαιρετικά ριψοκίνδυνη και κατά την προσωπική μου γνώμη λανθασμένη. Βασίζεται σε παραπλανητικές αναλύσεις της οικονομικής κρίσης, ενώ μπορεί να μας βγάλει από το ευρώ, είτε από λάθος, είτε λόγω του τεράστιου εθνικιστικού μίσους για την ΕΕ, που αναμένεται να  ξεσηκώσει, αν κάτι δεν πάει καλά. Μπορεί όμως και να μειώσει το χρέος στο μισό, όπως επιδιώκει. Προσωπικά, εύχομαι στην κυβέρνηση να πετύχει. Εύχομαι να καταφέρει αυτό που μέχρι χθες φαινόταν στην Ευρώπη ακατόρθωτο, δηλαδή να μείνει η Ελλάδα μέσα στο ευρώ χωρίς λιτότητα. Ίσως το πολιτικό κεφάλαιο του Αλέξη Τσίπρα ως πρωθυπουργού να είναι πολύ μεγαλύτερο από ό,τι κάποιοι νομίζαμε. Ίσως και όχι. Όλα αυτά θα τα  διαπιστώσουμε πολύ σύντομα. Για να έχουμε, όμως, ελπίδα ότι θα πετύχουμε, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το δίκαιο της ΕΕ με παρρησία, σοβαρότητα και ακρίβεια.