ΕΡΤ ΚΑΙ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Δημοσιεύτηκε στο news247.gr, 11/06/2015. 

ΑΘΗΝΑ - Σήμερα άνοιξε ξανά η ΕΡΤ. Αν και χαίρομαι ιδιαίτερα που το σήμα και το όνομα της ΕΡΤ επέστρεψε στον αέρα, καθώς είναι κομμάτι της νεώτερης ιστορίας μας και συνδέεται με πολλές επιτυχημένες στιγμές της ελληνικής τηλεόρασης, θλίβομαι ιδιαίτερα που σκοπός της νέας ηγεσίας της φαίνεται να είναι η δοξολογία της σημερινής κυβέρνησης και η απόλυτα μονομερής καταδίκη της αντιπολίτευσης. 

Η πρόσκληση από την ΕΡΤ της προέδρου της Βουλής στην πρώτη εκπομπή της είναι ιδιαίτερα κακό σημάδι, καθώς η κ. Κωνσταντοπούλου έχει συνδέσει το όνομά της όχι μόνο με τον ακραίο λαϊκισμό αλλά και με την γελοία αυτοπροβολή της από το κανάλι της βουλής. 

Η σημερινή ΕΡΤ φαίνεται λοιπόν να γίνεται πιστό αντίγραφο της νεοδημοκρατικής και πασοκικής ΕΡΤ των περασμένων δεκαετιών. Το νέο πελατειακό κράτος των Συριζα/Ανελ φαίνεται να ολοκληρώθηκε και από εδώ και στο εξής θα εκπέμπει επαγγελματική προπαγάνδα. Οι όποιες ποιοτικές εκπομπές της θα είναι αποτέλεσμα του ηρωισμού και της ευσυνειδησίας των εργαζομένων της.

IMG_1445.JPGΠοιός όμως θα πρέπει να είναι ο ρόλος της ΕΡΤ σε μια κυβέρνηση με μεγαλύτερες δημοκρατικές ευαισθησίες από την σημερινή; Θα ήθελα εδώ να διατυπώσω κάποιες σκέψεις. Όσο ουτοπικές και αν είναι στο σημερινό κλίμα που καλλιεργεί η κυβέρνηση Σύρζα/Ανελ, ίσως οι σκέψεις αυτές φανούν χρήσιμες όταν – εάν – προκύψει κάποια μεταρρυθμιστική κυβέρνηση στο απώτερο ή και πιο κοντινό μέλλον.

Ποιός πρέπει να είναι ο ρόλος μιας κρατικής ραδιοτηλεόρασης;

Ένας πρώτος ρόλος αφορά τις ποιοτικές εκπομπές ψυχαγωγικού και εκπαιδευτικού περιεχομένου, που η εμπορική τηλεόραση δεν μπορεί να παράγει, λόγω του μεγάλου κόστους και τη σχετικά μιρκή ακροαματικότητά τους. Χωρίς την πίεση της κερδφοφορίας η ψυχαγωγία μπρεί να είναι και πιο ποιοτική αλλά και να παίρνει ρίσκα με νεές εκπομπές και ιδέες.

Ένας δεύτερος ρόλος αφορά την εκπαίδευση και καλλιέργεια και προώθηση καλλιτεχνών και δημιουργών στα εικαστικά, στον κινηματογράφο, την μουσική και την τηλεόραση, δίνοντας ευκαιρίες σε νέα παιδιά, χωρίς εμπορικά κριτήρια, αλλά με μοναδικό κριτήριο την ποιότητα και το ταλέντο. Για τον λόγο αυτό τα κρατικά κανάλια πρέπει με μεγάλη ανοιχτοσύνη να επικοινωνούν με αντίστοιχους θεσμούς αλλά και σχολές του εξωτερικού – όχι μόνο τους συνήθεις υπόπτους στις μητροπόλεις της τέχνης στην Ευρώπη και Αμερική αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο όπου υπάρχει καλλιτεχνική δημιουργικότητα.

Ένας τρίτος ρόλος αφορά την αξιόπιστη πολιτική ενημέρωση, και εδώ αναγκαστικά θα κάνω κάποιες πιο λεπτομερείς σκέψεις. Ας προσέξουμε οτι σε μια δημοκρατία η κρατική, όπως και η κομματική, ενημέρωση είναι κάτι το παράδοξο. Σε μια δημοκρατία υπάρχει εξ’ ορισμού ελευθερία γνώμης και πληροφόρησης και οι διαφορετικές απόψεις, συμμαχίες, παρατάξεις ή κόμματα διαγωνίζονται να κερδίσουν την ψήφο του εκλογικού σώματος και να εκλεγούν ως οι αντιπρόσωποι ή οι κυβερνήτες του. Άρα γιατί να χρειάζεται να επέμβει το κράτος;

Η απάντηση απαιτεί να κατανοήσουμε ότι η ελεύθερη έκφραση και μόνο δεν αρκεί. Για να υπάρχει ανταλλαγή απόψεων και πειθώ μεταξύ των πολιτικών αντιπάλων δεν αρκεί μόνο η διατύπωση και μετάδοση των απόψεων τους, που φυσικά πρέπει να γίνεται με απόλυτη ελευθερία. Χρειάζεται παράλληλα ένα σύστημα διαβούλευσης όπου οι απόψεις μαμς θα συναντώνται και αναμετρώνται. Αν και αυτό γίνεται μέσα στην βουλή, οι συζητήσεις εκεί είναι συχνά αργές, εξειδικευμένες και απρόσιτες στο πλατύ κοινό. Χρειάζεται λοιπόν και ένα πιο προσιτό μέσο, που θα συμπληρώνει την βουλή και που σήμερα μπορεί να είναι το ραδιόφωνο και η τηλεόραση.

Όταν λέμε ενημέρωση δεν εννοούμε δηλαδή μόνο την μετάδοση πολιτικών προτάσεων αλλά την οργάνωση ενός χώρου όπου οι διαφορετικές απόψεις συναντώνται και κρίνονται με σοβαρότητα και ψυχραιμία και υπάγονται σε δημόσια κριτική επεξεργασία με βάση τα δεδομένα της εμπειρίας και της επιστήμης. Οι απόψεις και προτάσεις των πολιτικών σχηματισμών δεν πρέπει μόνο να συγκρίνονται μεταξύ τους αλλά και να συγκρίνονται με τις καλύτερες δυνατές προτάσεις για το δημόσιο συμφέρον των ειδικών αλλά και την εμπειρία άλλων κρατών.

Η ενημέρωση απαιτεί συνεπώς ένα δίκτυο ανεξάρτητων δημοσιογράφων με πολύ γενική παιδεία που θα ξεκινούν από την είδηση και θα ελέγχουν σχολαστικά για την ακρίβειά της,  αλλά και ανεξάρτητων σχολιαστών και αναλυτών που θα επεξεργάζονται τις ειδήσεις και θα διατυπώνουν κρίσεις για την ορθότητα και την σκοπιμότητα απόψεων και πράξεων. Για μια πλήρη ενημέρωση οι σχολιαστές και οι αναλυτές είναι συνεπώς εξίσου σημαντικοί με τους δημοσιογράφους που βρίσκουν την είδηση. 

Γι αυτό τα ιδιωτικά κανάλια της Ελλάδας, που υπάρχουν (με αντισυνταγματικές «προσωρινές» άδειες) από το 1989, ενώ έχουν βοηθήσει πολύ την ελευθερία της έκφρασης, έχουν βοηθήσει ελάχιστα την ενημέρωση.

Το πρώτο πρόβλημα είναι η αξιοπιστία τους. Καθώς είναι γνωστό ότι ελέγχονται πλήρως από τους ιδιοκτήτες τους (ή τις τράπεζες που τα δανείζουν), δεν παρέχουν καμμία εγγύηση ανεξαρτησίας. Επειδή δεν υπάρχει κατοχύρωση της ανεξαρτησίας των δημοσιογράφων ούτε από την ΕΣΗΕΑ ούτε και από το ΕΣΡ, καθετί που εμφανίζεται στις ειδήσεις των ιδιωτικών καναλιών, ενδέχεται να έχει φιλτραριστεί είτε από τους ιδιοκτήτες απευθείας, είτε από υπαλλήλους τους που ίσως και από υπερβολικό ζήλο φοβούνται τους ιδιοκτήτες και αυτολογοκρίνονται, ώστε π.χ. να μην αναφέρεται τίποτε αρνητικό για τις επιχειρήσεις τους ή τις τράπεζες που τους δανείζουν. Αυτό το ενδεχόμενο αρκεί για να καταστρέψει την αξιοπιστία τους – και έτσι εύλογα σήμερα όλοι μιλούν αόριστα για την «διαπλοκή».

Το δεύτερο πρόβλημα των ιδιωτικών καναλιών σήμερα στην Ελλάδα είναι ότι επειδή δεν είναι υγιείς επιχειρήσεις και συνήθως χάνουν χρήματα και πλέον υπάρχουν μόνο για να δίνουν πολιτική ισχύ στους ιδιοκτήτες τους (οι οποίοι βγάζουν χρήματα από άλλες δραστηριότητες) δεν έχουν λόγο να επενδύουν στην σοβαρή δημοσιογραφία και ενημέρωση. Η σοβαρή δημοσιογραφία κοστίζει σε χρόνο και σε χρήμα. Οι περισσότερες ενημερωτικές εκπομπές της ελληνικής τηλεόρασης έχουν συχνά για αυτόν τον λόγο γραφικές τηλεπερσόνες. Δεν υπάρχει σχεδόν ποτέ ούτε μελέτη των ζητημάτων, ούτε πρόσκληση ειδικών αλλά ούτε και χρόνος για νηφάλια συζήτηση. Προτεραιότητα έχουν μόνο τα δευτερόλεπτα της ατάκας και της ύβρεως. Αντίθετα, σε κανάλια της αγγλικής ή της γαλλικής τηλεόρασης, οι 2-3 καλεσμένοι πάντα έχουν χρόνο να αναπτύξουν κάποιο επιχείρημα ή να απαντήσουν στην κριτική και τις ερωτήσεις του δημοσιογράφου. Ο δημοσιογράφος δε πάντα μένει ουδέτερος μεταξύ των καλεσμένων του, ώστε να μπορεί να τους συντονίζει.

Τα ελληνικά κανάλια σχεδόν πάντα καλούν 5-6 ή και παραπάνω καλεσμένους οι οποίοι καλούνται να αναπτύξουν απόψεις περί παντός του επιστητού σε δευτερόλεπτα, ενώ ο συντονιστής συμμετέχει με δικές του απόψεις – χωρίς όμως σχεδόν ποτέ τις γνώσεις ή το σθένος να κάνει την επιβεβλημένη από τον ρόλο του κριτική στους τσαρλατάνους ή ανίδεους - με αποτέλεσμα πολύ συχνά την συσκότιση της αλήθειας ή το χάος.

Το πρόβλημα της δημιουργίας ενός συστήματος ανεξάρτητης και αξιόπιστης ενημέρωσης απαιτεί συνεπώς μεταρρυθμίσεις τόσο στην ιδιωτική όσο και την δημόσια ραδιοτηλεόραση. Είναι δε φανερό ότι με τις σημερινές συνθήκες η δημόσια τηλεόραση θα μπορούσε να φτιάξει ένα οικοσύστημα ενημέρωσης πιο εύκολα από τις ιδιωτικές. Μια ανεξάρτητη ΕΡΤ θα μπορούσε π.χ. να ορίσει τον δικό της κώδικα δεοντολογίας για την μετάδοση μιας είδησης, τον (ξεχωριστό) σχολιασμό της από δημοσιογράφους – επιφυλλιδογράφους και για την πρόσκληση ειδικών από τα πανεπιστήμια ή την αγορά. Θα μπορούσε επίσης να εφαρμόσει κανόνες διαφθοράς στους δημοσιογράφους, ελέγχοντας π.χ. τις πληρωμές ή τα δάνεια που παίρνουν από επιχειρήσεις, πρόσωπα ή τράπεζες. Οι κανόνες διαφάνειας θα αποκαταστήσουν την αξιοπιστία όσων υπάγονται σε αυτή. Για όλα αυτά ίσως χρειάζεται να υπάρξει συντονισμός πολλών ευρωπαϊκών κρατών μέσω του Συμβουλίου της Ευρώπης, ώστε να μην υπάρχει δυσπιστία ή οπισθοχωρήσεις.

Δεν περιμένω να γίνει η αρχή από την σημερινή ΕΡΤ, που απ’ ό,τι βλέπω παει να γίνει η κορωνίδα  του νέου πελατειακού κράτόυς των Σύριζα/ΑνΕλ. Για να αλλάξει όμως το πολιτικό σύστημα της χώρας μας και να βαθύνει η δημοκρατία μας, πρέπει επιτέλους να αποκτήσουμε ένα ανεξάρτητο και αξιόπιστο σύστημα ενημέρωσης. Αυτό είναι αναγκαίο ώστε οι απόψεις και οι διαφωνίες μας να μην είναι διάλογος κωφών αλλά  σοβαρή και δημόσια διαβούλευση για το καλό της πατρίδας μας.