ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ Ή ΚΡΑΤΟΣ ΦΟΒΟΥ;

Δημοσιεύτηκε στο insider.gr, 23.08.2017.

Η οικονομική κρίση έχει αλλάξει πάρα πολλά στη χώρα μας. Μήπως έφτασε η στιγμή που θα αλλάξει την ευρωπαϊκή της ταυτότητα ως συνταγματικού κράτους δικαίου;

Υπάρχει κατ’ αρχήν τέτοια ταυτότητα; Νομίζω πως ξεκάθαρα υπάρχει. Στην αρχή της ελληνικής επανάστασης υιοθετήσαμε ένα Σύνταγμα, το «Προσωρινόν Πολίτευμα» της Επιδαύρου του 1822, που ήταν από τα πιο προοδευτικά της εποχής του. Η πρώτη αρχή του πρώτου συντάγματός μας ήταν η ισότητα: «Όλοι οι Έλληνες εισίν όμοιοι ενώπιον των νόμων άνευ τινός εξαιρέσεως, ή βαθμού, ή κλάσεως, ή αξιώματος». Ένα τέτοιο σύνταγμα ήταν κάτι εντελώς νέο στην Ευρώπη του 19ου αιώνα.

 

Κράτος Δικαίου ή Κράτος Φόβου; - Κεντρική Εικόνα/Video
κολουθήσαμε την Γαλλική Επανάσταση του 1789. Είμασταν από τις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες με γραπτό σύνταγμα και εκλογές με καθολική ψηφοφορία (τουλάχιστον μεταξύ των ανδρών. Φυσικά, η ελληνική πολιτεία του 19ου αιώνα ήταν γεμάτη ανισότητα, βία και διαφθορά. Η ισότητα παρέμεινε μακρινό όνειρο και πήρε πολύ καιρό για να γίνει πράξη. Μόνο η ομαλότητα της μεταπολίτευσης επέτρεψε σε όλους του έλληνες πολίτες να έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις έναντι του νόμου. Παρόλα αυτά ο πολιτικός μας βίος ήταν εξαρχής κοινοβουλευτικός. Η νομιμοποιητική του βάση πάντα περνούσε από τους κανόνες της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.

Αντίθετα, τα αυταρχικά καθεστώτα χωρίζουν τους πολίτες σε καλούς και κακούς. Αντί για ισότητα, η δικτατορία βασίζεται στην ανισότητα, ή στον διαρκή πόλεμο των καλών με τους κακούς. Έτσι ακριβώς δικαιολογούσαν την δικτατορία ο Παπαδόπουλος και ο Παττακός εναντίον των «κομμουνιστών»και έτσι δικαιολογούσαν την δικτατορία ο Λένιν και ο Μπρένζιεφ, εναντίον των «καπιταλιστών». Παρεμπιπτόντως, έτσι ακριβώς μιλάει και ο Ντόναλντ Τραμπ, με μίσος εναντίον των εσωτερικών εχθρών του (των φιλελευθέρων μέσων ενημέρωσης, της ανεκτικής κοινωνίας κλπ.). Αν και δεν είναι δικτάτορας, ο Τραμπ υπόσχεται στους ψηφοφόρους του ότι θα συνθλίψει τους αντιπάλους τους, χωρίς καλούς τρόπους και χωρίς έλεος.

Αντίθετα, ο κοινοβουλευτισμός και η δημοκρατική νομιμότητα βασίζονται στον σεβασμό του πολιτικού αντιπάλου ως ίσου πολίτη με διαφορετικές απόψεις και διαφορετικά αλλά εύλογα συμφέροντα. Όταν όμως ένας πολιτικός λέει ότι οι πολιτικοί του αντίπαλοι είναι προδότες που πρέπει να συνθλιβούν, τότε ο κοινοβουλευτισμός είναι εμπόδιο. Όσο ο ηγέτης πείθει το κοινό του ότι για τα προβλήματά του ευθύνεται ο εσωτερικός εχθρός, τόσο φουντώνει το αίτημα για βίαιη καταστολή του. Η δικτατορία βασίζεται στην παραδοχή ότι δεν υπάρχει ισότητα αλλά πόλεμος. Το κύριο αίτημα δεν είναι η δικαιοσύνη, αλλά η νίκη.

Αυτή είναι η λογική του αυταρχισμού που βλέπουμε για παράδειγμα σήμερα στην Τουρκία ή την Ρωσία. Συνεχίζοντας την ρητορική της Σοβιετικής περιόδου, ο Πούτιν εμφανίζεται ως ο ισχυρός ηγέτης που θα νικήσει τους εχθρούς του έθνους. Δικαιολογεί την καταπίεση των πολιτικών του αντιπάλων, π.χ. την απαγόρευση ανοικτών συγκεντρώσεων, ή την απαγόρευση πολιτικών κομμάτων, με την λογική της δήθεν υπεράσπισης των εθνικών δικαίων της Ρωσίας.

Η ένδειξη ότι η Ρωσία είχε πλέον μπει στον αστερισμό της δικτατορίας ήρθε – κατά τη γνώμη μου - το 2006 με την δολοφονία (την ημέρα των γενεθλίων του Πούτιν) της δημοσιογράφου Άννα Πολιτκοβσάγια, η οποία ήταν η πιο διακεκριμένη πολιτική του αντίπαλός του. Με βιβλία και άρθρα της η δημοσιογράφος κατηγορούσε με συγκεκριμένα στοιχεία τον Πούτιν για διαφθορά, για τις σχέσεις του με τις μυστικές υπηρεσίες, ενώ είχε αποκαλύψει εγκλήματα του Ρωσικού στρατού στην Τσετεσνία. Ο Πούτιν αντέδρασε στην δολοφονία χωρίς να υπερασπιστεί τους θεσμούς της Δημοκρατίας ενάντια στη βία. Έκανε μια ψυχρή δήλωση λέγοντας ότι η Πολιτκοβσάγια «δεν ήταν γνωστή στη Ρωσία», ότι κανείς δεν την έπαιρνε στα σοβαρά και ότι άρα η δολοφονία της ήταν αποτέλεσμα κάποιας συνωμοσίας ξένων, που ήθελαν να βλάψουν την εικόνα της Ρωσίας. Μίλησε δηλαδή κάνοντας επίδειξη ισχύος.

Η ασέβεια του Πούτιν προς τους θεσμούς δεν επηρέασαν τότε την δημοτικότητά του (αυτό συνέβη μόνο όταν ήλθε η οικονομική κρίση). Μέρος της ρωσικής κοινωνίας φαίνεται έχει αποδεχθεί να ζει σε καθεστώς χωρίς κανόνες και χωρίς όρια στην διεκδίκηση του πλούτου και της εξουσίας – όπως ακριβώς ίσχυε και κατά τη διάρκεια της κομμουνιστικής δικατατορίας. Αλλά μια πολιτική κοινωνία που αποδέχεται ότι οι ηγέτες της είναι υπεράνω του νόμου, έχει προ πολλού χάσει τα θεμέλια της Δημοκρατίας.

Δεν θεωρώ ότι η Ελλάδα βρίσκεται στο σημείο αυτό. Ευτυχώς, και σε αντίθεση με την Ρωσία, υπάρχουν στην Ελλάδα ισχυρότατες αντιστάσεις κατά του αυταρχισμού. Αλλά σε μεγάλα τμήματα του εκλογικού μας σώματος βλέπουμε να αναπτύσσεται σιγά σιγά η ίδια λογική της άνευ όρων αναμέτρησης.

Στην χώρα μας η ρητορική του μίσους εμφανίστηκε όταν οι «αγανακτισμένοι» ήθελαν να «κάψουν» την Βουλή. Η επίθεση στον κοινοβουλευτισμό ήταν ακριβώς ταυτισμένη με την αντίσταση στην ευρωπαϊκή διάσωση της Ελλάδας το 2010-2011. Η αντιμνημονιακή δημαγωγία άγγιξε ένα υπαρκτό συναίσθημα αποξένωσης πολλών Ελλήνων πολιτών από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την «Δύση» και τον σύγχρονο κόσμο γενικότερα. Το μήνυμα του Σύριζα στις εκλογές ήταν: «Ή εμείς, ή αυτοί».  

Η ρητορεία όμως του κ. Τσίπρα προσέθεσε και το Λενινιστικό αφήγημα: την δαιμονολογία κατά μυστικών εχθρών και το χάιδεμα του εγωισμού του ψηφοφόρου, στους οποίους πάντα έλεγε ότι είναι θύμα υπόγειων δυνάμεων. Η Λενινιστική λογική είναι απλούστατη. Ο μεγάλος πατερούλης είναι με τους «καλούς». Όλοι οι άλλοι είναι απατεώνες εξαγορασμένοι από «ξένα  κέντρα». Αυτήν ακριβώς την ρητορική υιοθέτησε ο κ. Τσίπρας στην ομιλία του προς την Κεντρική Επιτροπή του κόμματός του πριν λίγες ημέρες, όταν, αφού είπε ότι τώρα τα μνημόνια ήταν πολύ καλά και έσωσαν την Ελλάδα, κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι υπονομεύει την Ελλάδα, και εκπροσωπεί τον «νεοφιλελευθερισμό» και την «διαπλοκή».

Η συνεχιζόμενη ρητορική μίσους από τον πρωθυπουργό – του οποίου τα λόγια μεταδίδονται από τα μέσα ενημέρωσης σε κάθε γωνιά της Ελλάδας –υπονομεύουν τις συναισθηματικές βάσεις του κοινοβουλευτισμού στη χώρα μας. Αν δεν πιστεύουμε ότι είμαστε μια πολιτεία ίσων πολιτών με διαφορετικές απόψεις (δεξιές, αριστερές, συντηρητικές, προοδευτικές και ό,τι άλλο υπάρχει), αλλά στρατοί που μαχόμαστε μέχρι τελικής πτώσεως, τότε οι θεσμοί δεν έχουν καμμία σημασία. Δεν μπορεί να υπάρξει κοινοβούλιο μεταξύ δύο αντιμαχόμενων στρατών.

Ως πρωθυπουργός ο κ. Τσίπρας έχει τεράστια ευθύνη να στηρίζει τους πολύτιμους θεσμούς μας. Αυτοί κάνουν τη διαφορά μεταξύ του κράτους δικαίου και του κράτους του φόβου. Η ισότητα των ελλήνων πολιτών και η κοινοβουλευτική Δημοκρατία στη βάση κοινών και δημόσιων κανόνων συμπεριφοράς, πρέπει να παραμείνει το κοινό υπόβαθρο της πολιτικής μας ζωής. Αν ο πρωθυπουργός αδυνατεί να διακρίνει την ευθύνη του αυτή, τότε η αντιπολίτευση όσο και η κοινωνία στο σύνολό της, πρέπει διαρκώς να του θυμίζουν.

 

Επιμέλεια: Στέλλα Κεμανετζή