ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ

Δημοσιεύτηκε στο Books Journal, τ. 33, Ιούλιος 2013.

Στο άρθρο αυτό, με αφορμή το βιβλίο του Νίκου Κ. Αλιβιζάτου Ποιά Δημοκρατία Για την Ελλάδα Μετά την Κρίση; Για την αποκατάσταση των λέξεων και του Νοήματός τους (Αθήνα: Πόλις, 2013), σχολιάζω τις θεσμικές διαστάσεις της οικονομικής κρίσης της Ελλάδας.

Στο εξαιρετικό νέο βιβλίο του ο Νίκος Αλιβιζάτος καταπιάνεται με το πιο σημαντικό θέμα της εποχής μας. Πώς και γιατί χρεοκόπησε η χώρα; 

BooksJournalEleftheriadisJuly2013.jpg

 

Πώς και πότε θα ορθοποδήσουμε;  Ο Αλιβιζάτος δεν υπόσχεται μαγικές λύσεις, ούτε έχει να προτείνει οικονομικό πρόγραμμα για την κρίση. Ίσως όμως πιο σημαντικές απο τα οικονομικά δεδομένα, να είναι οι διαπίστώσεις που κάνει για την θεωρία και πράξη που οδήγησε τη χώρα μας στην χρεοκοπία.

 

Ο Αλιβιζάτος γνωρίζει το ελληνικό πολιτικό σύστημα όσο κανένας άλλος. Ως ειδικός στο συνταγματικό δίκαιο έχει γνωρίσει ή τουλάχιστον ακούσει τους περισσότερους πολιτικούς, δικαστές, πανεπιστημιακούς και ακτιβιστές που έχουν επηρεάσει την σύγχρονη ιστορία μας, καθώς η γνώμη του έχει πάντα ιδιαίτερη βαρύτητα.  Ως δικηγόρος βλέπει από κοντά το μηχανοστάσιο της πολιτικής εξουσίας, τις διοικητικές διαδικασίες, τις νομικές πράξεις και τις πρακτικές που πραγματοποιούν –  ή όχι – τα κελεύσματα της εξουσίας.  Το επιχείρημα του βιβλίου είναι ότι η «αποκατάσταση των λέξεων και του νοήματός τους» δεν είναι απλά θεωρητικό έργο. Έχει άμεση σχέση με την κακοδαιμονία μας. Ο Αλιβιζάτος διαπιστώνει ότι από το πρώτο Μνημόνιο και μετά «επικρατεί …  μια διάχυτη σύγχυση γύρω από τα βασικά, παρόλο που θα περίμενε κανείς ότι, στα χρόνια που μεσολάβησαν από τη Μεταπολίτευση, το περιεχόμενό τους θα είχε ξεκαθαρίσει» (σ. 39). Και όμως η σύγχυση αυτή επιτείνει την κρίση και αναγγέλει «ακόμη χειρότερα».  Η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική αλλά και κρίση στην πολιτική και κοινωνική μας σκέψη.

synedria.Jpg

Το βιβλίο δεν απευθύνεται σε ειδικό κοινό. Απευθύνεται στους έλληνες πολίτες με ισχυρή την αίσθηση του επείγοντος του μηνύματός του, και όπως ο ίδιος λέει, χωρίς «την ψυχραιμία που θα επέβαλλαν σε έναν γνωστικό άνθρωπο αρκετές δεκαετίες δημοσίων παρεμβάσεων» (σ. 11). Πάντως, παρά την έλλειψη ψυχραιμίας το βιβλίο είναι γραμμένο με γλώσσα εξαιρετικά προσεκτική και με θαυμαστή ακρίβεια και οικονομία. Δεν υπάρχει τίποτε περιττό στις σελίδες του. Το επιχείρημα του στρέφεται τόσο στις πρακτικές της διαφθοράς όσο και στην θεωρία της, που επί χρόνια προσέδιδε σε αυτές ένα φύλλο συκής. Ο Αλιβιζάτος ξεκινά καταδικάζοντας  τους κάθε λογής δημαγωγούς, οι οποίοι «δεν διστάζουν για λίγες μόνο ψήφους, να ενδίδουν στις πελατειακές πιέσεις και να ρίχνουν έξω προϋπολογισμούς, ξεχνώντας κάθε λογής δεσμεύεσεις» (σ. 13). Οι λίγες του σελίδες είναι αρκετές για να στείλουν ένα απλούστατο, ξεκάθαρο και εν τέλει αισιόδοξο μήνυμα.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη με τους εξής τίτλους: «Ας Ξεδιαλύνουμε τα Βασικά», «Πόσο Φταίνει οι Θεσμοί για την Κρίση;» και «Εναλλακτικές Προτάσεις για την Ανάκαμψη». Οι θεωρητικές και ιστορικές αναλύσεις τους πρώτου και δεύτερου μέρους οδηγούν στις προτάσεις του στο τρίτο.

Το πρώτο μέρος εξετάζει με συντομία βασικές έννοιες του συνταγματικού μας δικαίου, που έχουν παίξει κεντρικό ρόλο στην πολιτική ζωή των τελευταίων ετών. Πρώτη έννοια σε αυτό το μέρος του βιβλίου είναι «το έθνος». Κατ’ απομίμηση των γαλλικών συνταγμάτων της εποχής τους, τα πρώτα ελληνικά συντάγματα επιλέγουν το «έθνος» και όχι τον λαό, για να ορίσουν από που πηγάζει και υπέρ ποίου ασκείται η κρατική εξουσία. Αλλά την εποχή εκείνη το ελληνικο έθνος συμπεριλάμβανε και τους έλληνες που ζούσαν στην οθωμανική αυτοκρατορία – και έχουν έκτοτε ενσωματωθεί είτε με την επέκταση της Ελλάδας είτε με την ανταλλαγή των πληθυσμών στο ελληνικό κράτος. Σήμερα, σημειώνει ο Αλιβιζάτος, η διάκριση μετεξύ «λαού» και «έθνους» δεν έχει νόημα, αν και «παρασυρμένη από τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, η πρώτη μεταδικτατορική βουλή επανέλαβε δυστυχώς τη διάκριση» (σ. 41). Η διάκριση κρατά στην ζωή μια παρωχημένη «εθνοθρησκευτική» ερμηνεία του συντάγματος που αντιπαρατίθεται στην «φιλελεύθερη» ερμηνεία. Για τον Αλιβιζάτο, μόνο η δέυτερη ερμηνεία κατοχυρώνει την «ειλικρινή προσήλωσή μας στο Σύνταγμα και τις θεμελιώδεις αξίες της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της ισότητας που αυτό καυτοχυρώνει» (σ. 42). Η πλειοψηφία των θεωρητικών του συντάγματος στην Ελλάδα και αλλού συμφωνεί, καθώς η επιλογή μιας εθνικής καταγωγής ή θρησκευτικής πεποίθησης ως υπέρτερης συνταγματικής  ιδιότητας είναι ασύμβατη με την ισότητα όλων ως πολιτών, την οποία ευαγγελίζεται το Σύνταγμα.

Συνδεδεμένη με την έννοια του έθνους είναι και η έννοια της «κυριαρχίας», ιδίως στην έκφανσή της ως «εθνική κυριαρχία», ως δηλαδή ανεξαρτησία έναντι άλλων κρατών. Εδώ ο Αλιβιζάτος επικαλείται τον Δημήτρη Ευρυγένη, για τον οποίον η συμμετοχή σε διεθνείς συμμαχίες και πολυμερείς οργανώσεις εξασφαλίζει όχι μόνο ασφάλεια αλλά και διευρυμένη επιρροή, με αντάλλαγμα την κοινή διαμόρφωση συγκεριμένων πολιτικών. Ο Αλιβιζάτος καταδικάζει λοιπόν απερίφραστα την θεωρία περί «ανάδελφου έθνους» καθώς και της «καλογερίστικης αντιδυτικής παράκρουσης του Μέγα Δούκα Λουκά Νοταρά» και καταλήγει ότι «στον αιώνα της παγκοσμιοποίησης, δεν μπορούμε να υπηρετήσουμε αποτελεσματικά την Ελλάδα, αν δεν πάρουμε ταυτόχρονα υπόψη τον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο στον οποίο αυτή ανήκει οικονομικά και προπαντός πολιτιστικά» (σ. 46). Και ο χώρος αυτός είναι φυσικά η Ευρώπη.

Η έννοια στην οποία επιφυλάσσει την πιο οξεία κριτική του είναι η έννοια του Συντάγματος. Το δοκίμιο στο σημείο αυτό δεν χαρίζεται ούτε στην Αριστερά ούτε τη Δεξιά. Στην αριστερά τους θυμίζει τις υποτίθεται κοινωνιολογικά  ενήμερες τοποθετήσεις τους ότι το Σύνταγμα είναι απλά «άθυρμα της κυρίαρχης τάξης, όποια και αν είναι αυτή, ως εργαλείο που χρησιμοποιούν οι κρατούντες για να κρύβουν το αληθινό τους πρόσωπο και να εξυπηρετούν αποτελεσματικότερα τα συμφέροντά τους» (σ. 52-3). Οι θεωρίες αυτές κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι εν τέλει «οι κυβερνώντες δε δεσμεύονται από το δίκαιο, και πολύ λιγότερο από το Σύνταγμα» (σ. 52). Στην δεξιά καταλογίζει μια παρόμοια «εργαλειακή» αντίληψη του δικαίου, που στην περίπτωση της άκρας δεξιάς αντικαθίσταται από την «ωμή βία» ως συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας και πράξης της» (σ. 54).

Η έννοια του συντάγματος για τον Αλιβιζάτο δεν είναι όμως απλά περιγραφική ή κοινωνιολογική και κατά τούτο οι κοινωνιολογικές θεωρίες συγχέουν το δίκαιο και τις κρατούσες συμπεριφορές. Το σύνταγμα και το συνταγματικό δίκαιο για τον Αλιβιζάτο εκφράζει μια γνήσια ηθική αφοσίωση στην ισότητα όλων, ως ελευθέρων και αυτεξουσίων προσώπων. Σύνταγμα χωρίς τις θεμελιώδεις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας, δεν νοείται (σ. 42). Όπώς ακριβώς είχε πει και γράψει σε πολύ δύσκολους καιρούς ο μεγάλος δάσκαλός του Αριστόβουλος Μάνεσης το συνταγματικό δίκαιο είναι η «τεχνική της πολιτικής ελευθερίας».

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ο Αλιβιζάτος σχολιάζει την ευθύνη των θεσμών για την κατάρρευση της χώρας. Πόσο φταίνε οι θεσμοί; Η ανάλυσή του ξεκινά από το εξωτερικό και την κατάργηση του Glass-Seagall Act το 1999 στις ΗΠΑ που σήμανε την κατάργηση της διάκρισης μεταξύ καταθετικών και επενδυτικών τραπεζών και οδήγησε στην σταδιακή ανάληψη  τεράστιων κινδύνων και από τις δύο. Παρόμοιες αλλαγές έγιναν και στο Λονδίνο αλλά και την ηπειρωτική Ευρώπη. Για τον Αλιβιζάτο οι αλλαγές αυτές προκάλεσαν «μια βαθιά μετάλλαξη στις συναλλακτικές πρακτικές, με ολέθριες συνέπειες για τα ήθη της αγοράς: η επικράτηση μια νοοτροπίας αχαλίνωτης κερδοσκοπίας  ή, όπως λέγεται μιας «κουλτούρας του μεγάλου ρίσκου», η οποία από τις επενδυτικές τράπεζες διαχύθηκε και στις υπόλοιπες, δίνοντας τον τόνο ακόμη και σε τρέχουσες, σε «καθημερινές» συναλλαγές» (σ. 63). Ο Αλιβιζάτος πολύ σωστά συνδέει τις αλλαγές αυτές με την καλλιέργεια ενός αχαλίνωτου καταναλωτισμού την περίδο μετά το 1980, όπως τον περιγράφει πολύ διεισυδτικά  ο βρετανος ιστορικός Tony Judt, στο βιβλίο του οποίου Τα δεινά που Μαστίζουν τη Χώρα (2011) αναφέρεται εκτενώς. Το συμπέρασμά του Αλιβιζάτου είναι ότι οι αλλαγές αυτές στις συνθήκες των διεθνών συναλλαγών δημιουργούν κινδύνους και ανισότητες που μόνο με συντονισμένη διεθνή δράση μπορούν να αντιμετωπιστούν. Από αυτήν την ανάγκη πηγάζει και το προσφορότερο επιχείρημα για την ισχυρή Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πώς αντέδρασαν οι ελληνικοί θεσμοί στην διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση; Ο Αλιβιζάτος δεν αμφιβάλλει ότι ο πολιτικός μας βίος από την μεταπολίτευση του 1974 και μετά είχε μεγάλες επιτυχίες και γνώρισε «μιαν από τις ευτυχέστερες περιόδους του» (σ. 70). Η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ το 1981 και την Ευρωζώνη το 2001 συμπληρώθηκαν με την ολοκλήρωση των μεγάλων έργων στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Για τον Αλιβιζάτο δύο ιστορικές περίοδοι ξεχωρίζουν, η τριετία 1974-1977 και η τετραετία 1996-2000 διότι σε αυτές «χωρίς μείζονες κλυδωνισμούς, μπήκαν τα θεμέλια μια μοντέρνας δημοκρατίας, ενταγμένης στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης» (σ. 71). Ο Αλιβιζάτος ξεχωρίζει όμως και δύο περιόδους για τους αντίθετους λόγους. Η τετραετία 1981-1985 «συνέπεσε με την εκτόξευση του δημοσίου χρέους σε πρωτοφανή ύψη και με τη διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείματος» (σ. 72). Η άλλη χαμένη περίοδος ήταν η διακυβέρνηση της χώρας από τον Κώστα Καραμανλή το 2004-2009 η οποία επίσης εκτόξευσε τα ελλείματα και το χρέος και (κάτι που δεν αναφέρει ρητά ο Αλιβιζάτος) εκμηδένισε την αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές παραποιώντας τα στατιστικά στοιχεία που παρουσίαζε στην Eurostat, με καταστροφικές για την χώρα συνέπειες.

Η εκτίμηση του Αλιβιζάτου για τις κυβερνήσεις Καραμανλή και Παπανδρέου είναι ασυνήθιστα οξεία, αλλά εύλογη, δεδομένων των περιστάσεων:

«Κατώτερες των περιστάσεων, δεν προέβλεψαν την επερχόμενη θύελλα και, αφού αυτή ξέσπασε, δεν μπόρεσαν να πάρουν τα κατάλληλα μέτρα για να περιορίσουν τις επιπτώσεις της. Οφείλοντας την άνοδό τους προπάντων στο οικογενειακό όνομα παρά τις ικανότητές τους, Κώστας Καραμανλής και Γιώργος Παπανδρέου ανέλαβαν την πρωθυπουργία το 2004 και το 2009, με ολέθριες επιδόσεις. Αν και δεν τους αναλογεί το ίδιο μερίδιο ευθύνης, φάνηκαν και οι δύο ανεπαρκείς. Στάθηκαν έτσι μοιραίοι για τη χώρα» (σ. 73).

Θα ήταν λάθος όμως, επιμένει ο Αλιβιζάτος, να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας μόνο σε πρόσωπα. Το βιβλίο εξετάζει προσεκτικά το επιχείρημα ότι και οι θεσμοί μας δεν λειτούργησαν επαρκώς, ώστε να υποχρεώσουν τους κυβερνώντες «να αναλάβουν τις πρωτοβουλίες εκείνες, που η αλαζονεία της εξουσίας, σε συνδυασμό με την ολέθρια λογική του πολιτικού κόστους, τους εμπόδιζαν να πάρουν» (σ. 74).

Εδώ ο Αλιβιζάτος είναι ξεκάθαρος ότι πράγματι οι θεσμοί δεν βοήθησαν. Από την συνταγματική αναθεώρηση του 1986 αλλά και πρωτύτερα, το βασικό χαρακτηριστικό του συνταγματικού μας οικοδομήματος ήταν ο έντοονος πρωθυπουργοκεντρισμός με έλλειψη αποτελεσματικών θεσμικών αντιβάρων (όπως τα βλέπουμε π.χ. στους θεσμούς των ΗΠΑ  ή της Γερμανίας). Τα θεσμικά αυτά αντίβαρα θα «ανάγκαζαν την εκάστοτε κυβέρνηση  αφενός μεν να διαβουλεύεται  προτού αποφασίσει, αφετέρου δε να λογοδοτεί για τις πράξεις της» (σ. 75). Η απουσία τους καταδίκασε την Ελλάδα στην αποτυχία από την στιγμή που,  όπως από το 2004 εως το 2011, στην πρωθυπουργία υπήρχε πρόσωπο που στερείτο «των αναγκαίων ικανοτήτων» (σ. 75). Η απουσία των θεσμών δεν προστάτευσαν την κυβέρνηση από τα ολέθρια σφάλματα του αρχηγού της, ώστε:

«Η απουσία αυτή, σε συνδυασμό με τη διάβρωση του κρατικού μηχανισμού από τα δύο κόμματα εξουσίας, δημιούργησαν τις προυποθέσεις μιας εκτεταμένης διαφθοράς, από το χαμηλότερο ως το υψηλότερο επίπεδο της κρατικής δράσης (σ. 75).

Ούτε τα συνδικάτα ούτε τα επιμελητήρια, ούτε και η κοινωνία των πολιτών μπόρεσαν να αντισταθούν και δεν μπόρεσαν «να σπάσουν τους δεσμούς εξάρτησης από τα κόμματα» (σ.76). Η κομματοκρατία, δηλαδή η διάβρωση του κράτους και της κοινωνία, είναι για τον Αλιβιζάτο, η αιτία που στη χώρα μας επικράτησε μια κοντόφθαλμη λογική στη χάραξη πολιτικής, υπήρξε έλλειψη καινοτομίας και απέτυχαν οι όποιες μεταρρυθμίσεις επιχείρήθηκαν από φωτισμένες ηγεσίες. Την «κύρια ευθύνη γι αυτήν την κατάσταση φέρουν βέβαια τα δύο μεγάλα κόμματα που, με ένα βραχύ διάλειμμα το 1989-1990, κυβέρνησαν διαδοχικά τη χώρα από το 1974, με αλαζονεία και αυτοδύναμες πλειοψηφίες» (σ. 77). Ο Αλιβιζάτος σχολιάζει ιδιαίτερα την κατάργηση των γενικών διευθυντών της δημόσιας διοίκησης από το ΠαΣοΚ το 1982 ώστε να επιτραπεί στο κυβερνών κόμμα ο απόλυτος έλεγχος της.

Είναι σημαντικό να θυμηθούμε πώς ακριβώς έγινε αυτή η καταστροφική για την διοίκηση μεταρρύθμιση.  Το εξηγεί στο πρόσφατο βιβλίο του Παρασκευά Αυγερινού, το οποίο επίσης μόλις δημοσιεύθηκε και στο οποίο ο Αλιβιζάτος έχει γράψει τον πρόλογο. Ο Αυγερινός εξηγεί πώς η απόφαση για την κατάργηση των γενικών διευθυντών ελήφθη από τον τότε υπουργό εσωτερικών Μένιο Κουτσόγιωργα χωρίς διαβούλευση και συζήτηση στα ηγετικά κλιμάκια του κόμματος. Όταν ο Αυγερινός, ως υπουργός υγείας, διαφώνησε δημοσίως προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Κουτσόγιωργα, με αποτέλεσμα ο Ανδρέας Παπανδρεόυ να αποφασίσει την απόλυση του Αυγερινού, απόφαση που ανακάλεσε μόνο λόγω της απόλυσης του Ασημάκη Φωτήλα που συμπτωματικά αποφασίστηκε λίγη ώρα μετά, την ίδια ακριβώς μέρα. [2] Για τον Αυγερινό: «Ο Μένιος Κουτσόγιωργας αποφάσισε, πριν καν επικοινωνήσει με τους συναρμόδιους Υπουργούς και χωρίς να μελετηθούν οι συνέπειες της κατάργησης των θέσεων διευθυντών, να το ανακοινώσει μόνος».[3]  Μια τέτοια αυθαίρετη συμπεριφορά για κάτι τόσο σημαντικό δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την απόλυτη κάλυψη του τότε πρωθυπουργού. Όπως το ΠαΣοΚ το ίδιο δεν είχε κανένα αντίβαρο στις υπερεξουσίες του Ανδρέα Παπανδρέου, έτσι και η ελληνική διοίκηση και πολιτική έπαψε να έχει αντίβαρα στις εξουσίες του πρωθυπουργού και των εκλεκτών του.

Συνεπώς, καταλήγει ο Αλιβιζάτος, δεν φταίει ακριβώς το Σύνταγμα για τα δεινά της χώρας μας. Φταίνε οι παλαιοκομματικές πρακτικές και η διαφθορά που καλλιέργησαν τα κόμματα εξουσίας και που ανέχτηκαν λίγο ως πολύ τα κόμματα κόμματα της αριστεράς. Για τον Αλιβιζάτο θα ήταν συνεπώς «ολέθριο» λάθος να αγνοηθεί το σπουδαίο αυτό κεκτημένο «στο όνομα μιας αφελούς όσο και ανιστόρητης επίκλησης του καινούργιου» (σ. 80)

Ποιές είναι συνεπώς οι αλλαγές που προτείνει ο Αλιβιζάτος στο τρίτο μέρος του βιβλίου του; Οι προτάσεις του ακολουθούν με συνέπεια τις αναλύσεις που προηγήθηκαν και ειναι λεπτομερείς. Εδώ αναγκαστικά θα αναφερθώ στις γενικές τους γραμές. Πρώτον, οι όποιες συνταγματικές αλλαγές δεν είναι ανάγκη να έιναι ριζοσπαστικές. Ο Αλιβιζάτος απορρίπτει τις προτάσεις του Νίκου Κωνσταντόπουλου για «συντακτική» αναθεώρηση, κατόπιν δημοψηφίσματος και θεωρεί την γενική συνταγματολογία ευκαιρία για προσωπική προβλή και για να αποφευχθεί «μια συζήτηση επί της ουσίας» (σ. 94).

Η πιο σημαντική  από τις προτάσεις του  Αλιβιζάτου αφορά την φύση της λειτουργίας της βουλής. Ο σκοπός της βουλής δεν είναι να μετρά απλώς τις ψήφους της πλειοψηφίας. Ο Αλιβιζάτος απορρίπτει την άμεση δημοκρατία με επιχειρήματα του κοινού νού: «τα προβλήματα είναι τόσο περίπλοκα και οι αποφάσεις συχνά τόσο τεχνικές, που δεν μπορούν να ληφθού ν με ένα σκέτο ναι ή όχι, ιδίως όταν φύγουμε από το τοπικό και το επιμέρους και ανυψωθούμε στο εθνικό» (σ.106). Για τον Αλιβιζάτο, «ούτε πλήρης ενημέρωση μπορεί να υπάρξει ούτε επαρκής χρόνος για διαβούλευση, στοχασμό και απόφαση. Απεναντίας, το πιθανότερο είναι, με την υπεραπλούστευση των προβλημάτων και τη σχηματοποίηση τους σε ανύπαρκτα διλήμματα, να ευνοηθούν οι κάθε είδους δημαγωγοί» (σ. 106). Γι’ αυτούς τους λόγους ο Αλιβιζάτος – όπως και σχεδόν όλοι οι πολιτικοί φιλόσοφοι της εποχής μας – υπερασπίζεται την αντιπροσωπευτική δημοκρατία ως τη: «διαβούλευση για την επίτευξη συμβιβασμών και την εξεύρεση λύσεων με την μεγαλύτερη δυνατή αποδοχή» (σ. 106).

Στο σημείο αυτό ο Αλιβιζάτος εκφράζει την συναίνεση όλων των σημαντικών θεωρητικών της δημοκρατίας της εποχής μας. Τόσο ο Ronald Dworkin, όσο και ο Rawls και οι επίγονοί του, όσο και οι σύγχρονοι θεωρητικοί του «ρεπουμπλικανισμού» , όπως ο Philip Pettit, θεωρούν την αντιπροσωπευτική, κοινοβουλευτική, δημοκρατία αναγκαίο στοιχείο της δίκαιης κοινωνίας, μέσα στην οποία οι βουλευτές έχουν καθήκον να βουλεύονται, δηλαδή να εκπροσωπούν αλλά ταυτόχρονα να προσαρμόζουν τους στόχους του γενικού συμφέροντος κατά περίπτωση και σύμφωνα με τις αρχές τους. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία κάνει αυτό που δεν μπορεί να κάνει η άμεση: θέτει μπροστά μας ξεκάθαρη την ημερήσια διάταξη της πολιτικής, τις προοπτικές, το κόστος των αποφάσεων, τους κινδύνους που αναλαμβάνουμε  επιλέγοντας αυτήν ή την άλλη δράση. Η συνταγματική ισότητα όλων εξασφαλίζεται πολύ καλύτερα από τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, παρά από τις σπασμωδικές αποφάσεις μιας περιστασιακής πλειοψηφίας στο όνομα ενός υποτίθεται ενιαίου λαού ή έθνους.[4]

Ο Αλιβιζάτος προτείνει κατάργηση της σκανδαλώδους ασυλίας των υπουργών (ασυλίας που ενισχύθηκε από τις ρυθμίσεις που εισήγαγε η συνταγματική αναθεώρηση του 2001, με εισηγητή της πλειοψηφίας τότε τον Βαγγέλη Βενιζέλο) , την κατάργηση της επίσης σκανδαλώδους διαδικασίας άρσης της βουλευτικής ασυλίας, καθώς και ριζοσπαστικές προτάσεις για το εκλογικό σύστημα και το πολιτικό χρήμα, τις οποίες και λεπτομερώς είχε την ευκαιρία να προετοιμάσει κατά την περίοδο των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Παπαδήμου. Η πρότασή του για τον εκλογικό νόμο είναι η δημιουργία 200 μονοεδρικών περιφερειών, όπου κάθε κόμμα θα προτείνει  έναν μόνο υποψήφιο ώστε να αποφεύγουμε τον σημερινό συχνά χωρίς κανόνες «εξοντωντικό ανταγωνισμό των υποψηφίων του ιδίου κόμματος» που τροφοδοτεί το πελατειακό κράτος με περαιτέρω κίνητρα διαφθοράς. Οι υπόλοιπες έδρες θα διανέμονται αναλογικά, από μια εθνική λίστα. Ο σκοπός της μεταρρύθμισης αυτής είναι «να εξαφανίσει το σπουδαιότερο αίτιο της υπανάπτυξης και της διαφθοράς του πολιτικού μας συστήματος, που δεν είναι άλλο από τον σταυρό προτίμησης» (σ. 136).

Ο Αλιβιζάτος επίσης προτείνει την ένίσχυση του ρυθμιστικού ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, το άνοιγμα του δημοσίου πανεπιστημίου με σταδιακή άρση της απαγόρευσης ιδιωτικών ΑΕΙ, την διαγραφή χαριστικών ρυθμίσεων προς κοινωνικές ομάδες που έχουν με τα χρόνια παρεισφρύσει στο κείμενο του Συντάγματος, καθώς και την κατάργηση της πενταετούς υποχρεωτικής αδράνειας της συνταγματικής αναθεώρησης, ενώ διαφωνεί με την ίδρυση νέου Συνταγματικού Δικαστηρίου, αφού το Συμβούλιο της Επικρατείας εκπληρώνει έναν παράλληλο ρόλο με επάρκεια.

Η μόνη πρόταση με την οποία διαφωνώ είναι το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, την οποία ο Αλιβιζάτος βλέπει ως τουλάχιστον περιστασιακή λύση στο πρόβλημα της διαφθοράς των βουλευτών, που όταν γίνονται υπουργοί διορίζουν τους ψηφοφόρους τους και κάνουν άλλες παρανομίες χάριν τοπικών συμφερόντων. Κατά τη γνώμη μου το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή θα εισήγαγε μια περίεργη διάκριση μεταξύ εξοκοινοβουλευτικών υπουργών ως κατά τεκμήριο υπηρετών του δημοσίου συμφέροντος και βουλευτών, ως  κατά τεκμήριο απατεώνων. Δεν συμφωνώ με αυτήν την λύση, πού θεωρώ ότι δεν θα πετύχει τους στόχους της. Θα υποστήριζα πιο απλά την μεθοδική δίωξη και αυστηρότατη τιμωρία όσων καταχρώνται την εξουσία, που είναι ο μόνος τρόπος να προλαμβάνεις τη διαφθορά.  Ακόμα και ένας νέος, υποτίθεται ακριβοδίκαιος ή και υπερκομματικός Υπουργός θα μπορούσε κάλλιστα να διορίσει μια μελλοντική εκλογική του πελατεία, βάζοντας πλώρη για κοινοβουλευτική θητεία, έχοντας τεράστιο πλεονέκτημα έναντι των νυν βουλετυών. Πολύ προτιμότερο θα ήταν συνεπώς να αναπτύξουμε την δίωξη των διεφθαρμένων από ισχυρές ελεγκτικές αρχές αλλά και να δέσουμε, όπως γίνεται στην Αγγλία, ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία και αλλού, τα χέρια του Υπουργού σε ό,τι αφορά διορισμούς και δημόσιες συμβάσεις. Αυτό απαιτεί μια υγιή Δημόσια Διοίκηση (την οποία χρειαζόμαστε και για άλλους λόγους), η οποία και μόνο θα πρέπει αποκλειστικά να διαχειρίζεται τους διορισμούς και τις δημόσιες συμβάσεις. Η πηγή της διαφθοράς σήμερα βρίσκεται συνεπώς στις υπερεξουσίες  των υπουργών, όχι στο γεγονός ότι συνδυάζουν την βουλευτική με την υπουργική ιδιότητα.

Οι συγκεκριμένες προτάσεις του Αλιβιζάτου σίγουρα θα απορριφθούν από τα κυρίαρχα κόμματα της εποχής μας, Νέα Δημοκρατία και ΠαΣοΚ, αλλά και από τον Συριζα. Η θεσμική σκέψη του Σύριζα είναι ακόμα υπό διαμόρφωση, τουλάχιστον όσο η επιτροπή Κωνσταντόπουλου εργάζεται πάνω στις προτάσεις της για το Σύνταγμα. Eίναι όμως εξαιρετικά πιθανό ότι θα απορρίψει τις προτάσεις του Αλιβιζάτου.  Ακόμα και οι πιο διακεκριμένοι νομικοί που στηρίζουν δημοσίως τον Σύριζα επιχειρηματολογούν είτε υπέρ μιας αδιαφανούς «άμεσης δημοκρατίας» είτε υπέρ ενός αυταρχικού, χωρίς όρους, πλειοψηφισμού.[5]

Προβλέπω ότι η Νέα Δημοκρατία και ΠαΣοΚ θα απορρίψουν τις απόψεις του Αλιβιζάτου σιωπηρά, χωρίς να προσφέρουν δημοσίως αντιρρήσεις και χωρίς να τις συζητήσουν. Δεν θέλουν να αλλάξουν το πελατειακό σύστημα, αφού από αυτό κατά κυριολεξία ζουν. Συνεπώς – και με τη βοήθεια των αναιμικών ΜΜΕ, θα αγνοήσουν τις προτάσεις του Αλιβιζάτου για τον εκλογικό νόμο, θα αποφύγουν να αναμετρηθούν μαζί τους και θα ελπίσουν ότι θα ξεχαστούν. Έτσι σιωπηρά απέρριψαν όλα τα νομοσχέδια και όλες τις μεταρρυθμίσεις που ετοίμασε ο Αλιβιζάτος τα τελευταία χρόνια (με εξαίρεση πλέον ίσως αυτό της ΕΡΤ). Η ελληνική πολιτική ζωή παραμένει κλειδωμένη στο φαύλο κύκλο της διαφθοράς και της κομματοκρατίας.  Στην επιφάνεια τα δύο κόμματά του νεου κυβερνητικού συνασπισμού, Νέα Δημοκρατία και ΠαΣοΚ, είναι κεντροδεξιά και κεντροαριστερά. Στην πραγματικότητα είναι οι εκπρόσωποι παραπλήσιων βολεμένων κοινωνικών ομάδων, κυνικών επιχειρηματιών και γνωστών δημοσιογρφων και εκδοτών, που προσπορίζονται μεθοδικά τις προσόδους των εξουσιών τους.

Τελικά το επιχείρημα του Αλιβιζάτου είναι ότι η χώρα μας χρειάζεται τη δικαιοσύνη περισσότερο από τα χρήματα.  Ποιός θα διαφωνούσε; H υπόσχεση της ισότητας στην Ελλάδα, υπόσχεση που έδωσε το πρώτο Σύνταγμά μας – πολύ πριν από τις περισσότερες χώες τις Ευρώπης – ήδη από το 1822,  είναι ακομα ανεκπλήρωτη.  Και όμως οι ιδέες του Αλιβιζάτου, τα επιχειρήματά του για ισότητα, ελευθερία και αλληλεγγύη, είναι σήμερα κυρίαρχα σε ολόκληρη την Ευρώπη και αγγίζουν σιγά σιγά ολόκληρο τον κόσμο. Χρειαζόμαστε ακόμα πολλή δουλειά για να κάνουμε στη χώρα μας πραγματικότητα το ιδεώδες μιας κοινωνίας ισότητας και δικαιοσύνης. Αλλά θαραλλέες και καθαρές φωνές όπως αυτή του βιβλίου αυτού, φέρνουν την ρεαλιστική αυτή ουτοπία και την έξοδο μας από την οικονομική και ηθική κρίση που ζούμε, λίγο πιο κοντά.

Ο κ.Παύλος Ελευθεριάδης είναι δικηγόρος (Barrister) στο Francis Taylor Building στο Λονδίνο και Fellow του Mansfield College στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου διδάσκει συνταγματικό δίκαιο και φιλοσοφία του δικαίου. Έχει γράψει τα βιβλία Συνταγματισμός και Πολιτικές Αξίες (Σάκκουλας, 1999) και Legal Rights (Oxford University Press, 2008) ενώ είναι συν-επιμελητής με την Julie Dickson, του συλλογικού έργου, Philosophical Foundations of European Union Law (Oxford University Press, 2012).


[1] Όπως δήλωσα στον Books Journal αμέσως μόλις μου ζητήθηκε η βιβλιοκριτική αυτή,  με τον συγγραφεά του υπο κρίση βιβλίου με συνδέουν δεσμοί φιλίας και συνεργασίας πολλών ετών.

[2] Βλ. Παρασκευάς Αυγερινός, Η Αλλαγή Τελείωσε Νωρίς: Τρεις Ιστορίες από την Πολιτική μου Ζωή (Αθήνα: Εστία, 2013) σ. 160-161.

[3] Αυγερινός, Η αλλαγή Τελείωσε Νωρίς, σ. 161.

[4] To επιχείρημα για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και την λογική της διατυπώνεται με εξαιρετικά πειστικό, για μένα τουλάχιστον, τρόπο από τον Henry S. Richardson, Democratic Autonomy: Public Reasoning about the End of Policy (Oxford: Oxford University Press, 2002).

[5][5] Η πιο πρόσφατη έκφραση υποστήριξης στον αυταρχικό πλειοψηφισμό – στο όνομα του καταπιεσμένου «λαού» – έγινε από τον καθηγητή στο Βirkbeck College του Λονδίνου, Κώστα Δουζίνα στο βιβλίο του Costas Douzinas, Philosophy and Resistance in the Crisis: Greece and the Future of Europe(Cambridge: Polity, 2013), όπου ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι το έργο της ελληνικής αριστεράς (και ιδίως του Σύριζα) είναι να αναπτύξει μια «ιδεά του κομμουνισμού για την εποχή της καπιταλιστικής κρίσης και της βίαιης κοινωνιικής αλλαγής» (σ. 197).