ΘΑ ΝΙΚΗΣΕΙ ΠΑΛΙ Ο ΑΝΔΡΕΑΣ;

Δεν αναφέρομαι σε μια ενδεχόμενη επιστροφή του πρώην πρωθυπουργού από τον άλλον κόσμο – ένα  θαύμα στο οποίο ακόμα και οι πιο πιστοί οπαδοί του μάλλον έχουν πάψει να ελπίζουν – αλλά μόνο στην δικαίωση των ιδεών και πρακτικών του. Είκοσι ένα χρόνια μετά τον θάνατό του οι απόψεις του Ανδρέα  για τους θεσμούς, την οικονομία και την εξωτερική πολιτική είναι διάχυτες σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, από την άκρα αριστερά μέχρι και την άκρα δεξιά.

Η βασική πεποίθηση του Ανδρέα ήταν ότι η Ελλάδα ήταν μια χώρα σε υποτέλεια, που υπέφερε από τον αμερικανικό αλλά και ευρωπαϊκό «ιμπεριαλισμό».

Η λογική αυτή οδήγησε στο βασικό του σύνθημα «η Ελλάδα στους Έλληνες», που ενώ φαίνεται εκ πρώτης όψεως κενό νοήματος, αποκτά απλούστατο νόημα αν κάποιος πιστεύει ότι η Ελλάδα είναι θύμα ξένων «κέντρων». Πρόκειται για ένα δόγμα βαθιάς ανασφάλειας για τη θέση της χώρας στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Η ίδια λογική οδήγησε τον Ανδρέα και στην αντίληψή του για τους θεσμούς.  Ο Ανδρέας πίστευε στον αυταρχισμό της πλειοψηφίας, αρκεί να εκφράζεται μέσα από εκλογές. Γι αυτό η αναθεώρηση του 1986  μείωσε τα θεσμικά αντίβαρα του πρωθυπουργού και γι αυτό σε κάθε επίπεδο επιδίωξε, και πέτυχε την συγκέντρωση εξουσιών στα χέρια του πρωθυπουργού και του κυβερνώντος κόμματος. Επί των ημερών του αδυνάτισε τραγικά η δημόσια διοίκηση αλλά και η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Το κόμμα του δεν έγινε ποτέ σοβαρός οργανισμός. Παρέμεινε μια ευκαιριακή συνάντηση προσωπικών σχέσεων και πελατειακών διευθετήσεων.

Η βασική φιλοσοφία του Ανδρέα ήταν τραγικά εσφαλμένη. Ήδη από το 1974 η Ελλάδα είχε ανακτήσει την ανεξαρτησία της και ο εθνικός διχασμός είχε τελειώσει. Το πιο σημαντικό γεγονός της πρόσφατης ιστορίας μας είναι η ένταξη της χώρας στην ΕΕ, την τότε ΕΟΚ. Το άνοιγμα των συνόρων μας στην κυκλοφορία εργαζομένων, υπηρεσιών, αγαθών και κεφαλάιων άλλαξε εντελώς τις συνθήκες της οικονομίας αλλά και την σχέση της με τις «μεγάλες δυνάμεις». Από τότε και μετά το μέλλον μας περνούσε από πολυμερείς συνθήκες, όχι τις διμερείς σχέσεις. Η αλήθεια ήταν ότι ήταν στο χέρι μας να πετύχουμε στην Ευρώπη, όπως για παράδειγμα πέτυχε αργότερα η Ιρλανδία, ή πιο πρόσφατα η Εσθονία.

Ο Ανδρέας δεν αντιλήφθηκε όμως ούτε τις ευκαιρίες αλλά ούτε και τους κινδύνους που αντιμετώπιζε η Ελλάδα στην ευρωπαϊκή κοινή αγορά. Έτσι,  δεν φρόντισε να ασχοληθεί με την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών. Αντίθετα, έκανε την Ελλάδα ακόμα λιγότερο ανταγωνιστική. Μεγάλωσε το κράτος,  αποψίλωσε την δημόσια διοίκηση, ανέχτηκε τη διαφθορά, εκτόξευσε το εθνικό χρέος και απαξίωσε τα πανεπιστήμια.   

Ο Ανδρέας ήταν  όμως και εξαιρετικά κυνικός ως άνθρωπος. Ανέχτηκε την διαφθορά που εξαπλώθηκε γύρω του, έκανε αθρόους και σκανδαλώδεις διορισμούς, ενώ φρόντισε να εξασφαλίσει με πελατειακές διευθετήσεις την στήριξη ισχυρών ή καλά οργανωμένων κοινωνικών ομάδων, όπως π.χ. τους υπαλλήλους της ΔΕΗ και του ΟΤΕ (τις συντάξεις των οποίων ακόμα χρυσοπληρώνει ο έλληνας φορολογούμενος), τους τραπεζικούς, τους δικηγόρους, τους γιατρούς και τους μηχανικούς. Τις μεθόδους αυτές ακολούθησαν και οι επίγονοί του αργότερα, με κύριους πρωταγωνιστές τους κκ. Καραμανλή και Τσίπρα.

Η Ελλάδα είναι ακόμα σήμερα μια κλειστή οικονομία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η μείωση των μισθών μετά το 2010 δεν οδήγησε σε μείωση των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών. Όσοι ακολουθούν την λογική του Ανδρέα, προτιμούν όμως να μείνουμε μια κλειστή και καθυστερημένη οικονομία, που θα ελέγχεται από το κόμμα και τους συνδικαλιστές της σχετικής πλειοψηφίας, από το να ανοίξουμε τους ορίζοντές μας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας με ισχυρές επιχειρήσεις και υγιή ιδιωτικό (αλλά και δημόσιο) τομέα- αλλά αβέβαιη μοιρασιά της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας.  

Την απαισιόδοξη και κατά βάση εθνολαϊκιστική αντίληψη της κλειστής Ελλάδας την εκφράζει σήμερα με τον πιο γνήσιο τρόπο ο Αλέξης Τσίπρας. Όπως και την δεκαετία του 80, οι βασικοί υποστηρικτές του Σύριζα σήμερα είναι οι συνδικαλιστές του δημοσίου, προνομιούχοι επιχειρηματίες και μέλη των ευγενών επαγγελμάτων, που καρπώνονται τα ωφέλη της κλειστής και διεφθαρμένης οικονομίας μας. Αν λοιπόν υπάρχει λόγος να ενοποιηθεί η κεντροαριστερά με την διαδικασία εκλογής αρχηγού που θα γίνει στις 12 και 19 Νοεμβρίου, δεν είναι για να ξαναφέρει τις λανθασμένες ιδέες του Ανδρέα στην επιφάνεια. Αυτές τις υπηρετεί και με το παραπάνω ο Σύριζα.

Αντίθετα, σκοπός ενός νέου προοδευτικού κόμματος είναι να πει ότι  η πρώτη προτεραιότητά μας είναι να προσαρμοστούμε στις συνθήκες ελεύθερης οικονομίας μέσα στην Ευρωζώνη. Το νέο κόμμα θα πρέπει να πει ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας είναι η αδυναμία των θεσμών και το πελατειακό κράτος. Χωρίς την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας της δημόσιας διοίκησης, χωρίς την ριζική αναμόρφωση της δικαιοσύνης, χωρίς την καταπολέμηση της διαφθοράς στην χωροταξία και την τοπική αυτοδιοίκηση δεν θα επιβιώσουμε μέσα στην Ευρωζώνη.

Δυστυχώς ορισμένοι από τους εννέα υποψηφίους,  με πρώτη και καλύτερη την Φώφη Γεννηματά, δεν μπορούν να ξεκολλήσουν από τις ιδέες  του Ανδρέα. Συνεχίζουν να μιλάνε με την ίδια ανασφάλεια για τους κακούς ξένους και τον δήθεν «νεοφιλελευθερισμό» της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ξεχνώντας ότι η ΕΕ είναι πρώτη σε κοινωνικές δαπάνες στον κόσμο). Τώρα  όμως είναι η στιγμή για όλους τους υποψηφίους ηγέτες να δείξουν ότι κομίζουν, αν κομίζουν, κάτι πραγματικά ρηξικέλευθο στην πολιτική ζωή μας: ότι δηλαδή πιστεύουν ότι η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει μια πραγματικά ανοικτή οικονομία και ένα κοινωνικό κράτος χωρίς που δεν θα διαλύεται από την διαφθορά και πελατειακές σχέσεις. Αν οι υποψήφιοι ηγέτες θέλουν να φέρουν στη χώρα μια ευρωπαϊκή κανονικότητα θα πρέπει να εξηγήσουν πώς θα αποφύγουν τα μεγάλα λάθη που έκανε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Το νέο προοδευτικό κόμμα δεν έχει άλλο λόγο ύπαρξης. 

*Ο κ. Παύλος Ελευθεριάδης είναι καθηγητής δημοσίου δικαίου στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.