ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ

Δημοσιεύτηκε στο Books Journal στο τ. 10, τον Αύγουστο του 2011.

Στο άρθρο αυτό, που βασίζεται σε μια διάλεξη που οργάνωσε το ΙΣΤΑΜΕ, εξετάζω το περιεχόμενο της αρχής της ισότητας. Είναι προφανές ότι η ισότητα δεν σημαίνει ταυτότητα. Δεν μπορεί μια κοινωνία να επιδιώκει τα μέλη της να ζουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Μια τέτοια επιδίωξη θα ήταν παράλογη. Κατά την γνώμη μου η ισότητα οφείλει να είναι ισότητα ορισμένων μόνον πραγμάτων ή ορισμένων μόνο αγαθών που οφείλουν να είναι ίσα. Κατά την άποψη που υποστηρίζω η ισότητα αφορά τόσο την ισοπολιτεία όσο και την ισότητα ευκαιριών, δεν αφορά όμως τα αποτελέσματα των επιλογών μας.

 

Το Περιεχόμενο της Ισότητας

Υπάρχουν δύο διαφορετικές φιλοσοφικές αρχές της ισότητας. Η πρώτη είναι διαπιστωτική. Η δεύτερη είναι κανονιστική. Η διαπιστωτική αρχή μας λέει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι. Έχουν ίσο ηθικό βάρος. Η διαπιστωτική αρχή έχει εξαιρετικά ασαφή χαρακτήρα. Μήπως πρόκειται για εμπειρική διαπίστωση; Προφανώς όχι. Ορισμένοι άνθρωποι είναι καλύτεροι από τους άλλους σε ορισμένα πράγματα και χειρότεροι σε άλλα, για παράδειγμα στην αναλυτική ικανότητα, την πρωτοβουλία, την κρίση, την σωματική ρώμη ή αντοχή κλπ.

Παράλληλα οι άνθρωποι διαφέρουν στον ηθικό τους χαρακτήρα. Κάποιοι είναι ακέραιοι και άλλοι είναι ανήθικοι. Άρα δεν μπορούμε να ξέρουμε άν όλα αυτά οδηγούν στην ισότητα της αξίας όλων. Πρόκειται για μεταφυσική παραδοχή; Μα πώς μπορούμε να την θεμελιώσουμε, χωρίς θεολογικές προεκτάσεις; Ο Καντ μας λέει ότι δεν είναι ούτε εμπειρική ούτε μεταφυσική παραδοχή, αλλά υπερβατική (transcendental). Την προϋποθέτουν οι πράξεις μας και οι σκέψεις μας. Δεν υπάρχει λόγος να εξετάσουμε περαιτέρω το φιλοσοφικό πρόβλημα. Ευτυχώς για μας η διαπιστωτική αρχή γίνεται δεκτή από όλους του ηθικούς και πολιτικούς φιλοσόφους της εποχής μας, έστω και αν αυτοί ερίζουν για τον ακριβή χαρακτήρα της. Γινεται επίσης δεκτή από όλα τα διεθνή κείμενα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του δικαίου των προσφύγων. Η αρχή της ισότητας όλων των ανθρώπων που ζουν στην γη είναι ίσως η βασικότερη αρχή του διεθνούς δικαίου.

Η δεύτερη, κανονιστική αρχή, μας λέει ότι η ισότητα είναι πρακτικός σκοπός. Οφείλουμε ηθικά να προσαρμόσουμε τις πράξεις μας στις επιταγές της. Αυτή είναι η ισότητα που θα με απασχολήσει σήμερα: η ισότητα ως σκοπός. Μιά δίκαιη κοινωνία φροντίζει να προστατεύει την ισότητα των μελών της, προσαρμόζοντας τις πράξεις της κατάλληλα. Την κανονιστική ισότητα αυτή την ονομάζουμε συχνά διανεμητική ισότητα ή διανεμητική δικαιοσύνη. Ισότητα, όμως, σε τί ακριβώς;

Ισότητα στον Πλούτο

Μια πρώτη σκέψη είναι η ισότητα στις οικονομικές απολαβές, δηλαδή ισότητα στα εισοδήματα. Αυτή ήταν μια άποψη που είχε εκφράσει ο έλληνας φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης. Σε ένα από τα (πολλά) κείμενά του για το περιεχόμενο του σοσιαλισμού υποστήριξε ότι μια πραγματικά σοσιαλιστική κοινωνία θα φροντίζει ώστε κάθε μέλος της να έχει το ίδιο ακριβώς εισόδημα. Την άποψη αυτή, παραδόξως ίσως, δεν την έχω ξανασυναντήσει σε κανέναν άλλον πολιτικό φιλόσοφο. Ο Βέλγος φιλόσοφος PhilippeVanParijs υποστηρίζει σήμερα ένα ελάχιστο εισόδημα για όλους, αλλά όχι ίσο εισόδημα για όλους. Ο Καστοριάδης είναι πάντα πρωτότυπος και επινοητικός αλλά στο θέμα της ισότητας των εισοδημάτων είναι πράγματι μοναδικός. Γιατί άραγε;

Γιατί σε αυτό το θέμα έκανε λάθος. Η ισότητα στα εισοδήματα είναι εντελώς άδικη. Όλοι γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές προτεραιότητες, φιλοδοξίες και ικανότητες. Είναι δίκαιο να αμείβονται αυτοί που εργάζονται, και να μην αμείβονται – ή να αμείβονται διαφορετικά - αυτοί που δεν εργάζονται. Εμείς οι ίδιοι, ως καταναλωτές, προτιμούμε να διαλέγουμε προϊόντα και υπηρεσίες που θεωρούμε καλύτερα ή φτηνότερα. Είναι φυσικό ότι η ελευθερία επιλογής οδηγεί και στην ανισότητα των εισοδημάτων αφού οι πιο δημοφιλείς παραγωγοί θα αμείβονται καλύτερα από τους άλλους, δηλαδή όσους δεν παράγουν κάτι το ίδιο γρήγορα και φτηνά. Έτσι ο AdamSmith γράφει ότι όταν αγοράζει κρέας δεν εμπιστεύεται την γενναιοδωρία, αλλά το ατομικό συμφέρον του χασάπη του. Συνεπώς η αρχή της ισότητας δεν μπορεί να απαιτεί την ισότητα στα εισοδήματα.

Ισότητα στην ευτυχία

Μιά άλλη ιδέα είναι η ισότητα στην ευτυχία. Ο καθένας από εμάς έχει φυσικά διαφορετικές ικανότητες και κλίσεις, αλλά όλοι μας έχουμε παρόμοιες ψυχικές ανάγκες. Και αυτοί που δουλεύουν και αυτοί που δεν δουλεύουν θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένοι. Μήπως εδώ είναι το περιεχόμενο της ισότητας; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μια δίκαιη κοινωνία προσπαθεί να κάνει τα μέλη της όλα εξίσου ευτυχισμένα ανάλογα με τον ψυχικό κόσμο του καθενός; Δυστυχώς και η ιδέα αυτή είναι λανθασμένη. Κατ΄ αρχήν η ευτυχία είναι έννοια εξαιρετικά πολύπλοκη. Κανείς δεν ξέρει τί κάνει τους άλλους ευτυχισμένους. Πολλές φορές εμείς οι ίδιοι δεν ξέρουμε τί μας κάνει ευτυχισμένους.

Είναι ακόμα πιο δύσκολο να μετρήσουμε την ευτυχία είτε σε εμάς είτε σε άλλους, ή να προσδιορίσουμε ποιός έιναι ο στόχος μας για την ίση ή την ελάχιστη ευτυχία. Πόσες μονάδες ευτυχίας δικαιούμεθα όλοι; Δέκα, είκοσι μονάδες; Τί θα κάνουμε με όσους έχουν παραπάνω; Ταυτόχρονα, η ευτυχία του ενός συχνά περνά από την δυστυχία ή τουλάχιστον την αποτυχία του άλλου – όταν για παράδειγμα εποφθαλμιούμε την ίδια δουλειά, το ίδιο οικόπεδο, ή τον ίδιο γαμπρό. Ακόμα και αν γνωρίζαμε ακριβώς ποιές είναι οι σωστές επιθυμίες μας, οι επιθυμίες μας θα ήταν συγκρουόμενες με αυτές των άλλων. Τέλος η ευτυχία μας συχνά περνά όχι μόνο από τα δεδομένα της δικής μας ζωής αλλά από τα δεδομένα της κοινωνίας γενικά. Οι πολιτικές και κοινωνικές μας πεποιθήσεις μας κάνουν να δυστυχούμε όταν οι κοινωνία μας δεν τις συμμερίζεται. Οι πεποιθήσειες αυτές δεν είναι πάντα ανεκτικές. Πολλοί από εμάς θα ήθελαν να ζουν σε μια κοινωνία που όλοι ξθα συμφωνούσαν μαζί τους, ή όλοι θα λάρευαν τον ίδιο θεό, ή όλοι θα τους έμοιαζαν φυσιογνωμικά. Αλλά για να γίνουν ευτυχισμένοι όσοι έχουν τέτοιες «πατερναλιστικές» πεποιθήσεις, θα πρέπει αντίστοιχα να κάνουν δυστυχισμένους όσοι διαφωνούν. Τι θα πρέπει να κάνουμε με την σύγκρουση αυτή;

Κανένα πολιτικό σύστημα, συνεπώς, δεν θα μπορούσε να στηριχθεί στις πολλαπλές αυτές αβεβαιότητες περί ευτυχίας. Η ιδεά της ισότητας στην ευτυχία είναι τελικά άδεια. Μας προσκαλεί να διαλέξουμε μεταξύ όλων των συγκρουόμενων συναισθημάτων και ιδεών περί της καλύτερης δυνατής κοινωνίας και ζωής. Το ιδανικό αυτό δεν λύνει κανένα πρόβλημα της ηθικής ή πολιτικής σκέψης.

Ισότητα στην ευδαιμονία (wellbeing)

Μια άλλη ιδέα είναι η ισότητα σε ορισμένα στοιχεία της ευτυχίας που θα μπορούσαμε ίσως να εντοπίσουμε αντικειμενικά, ως στοιχεία κάθε δυνατής ευτυχίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι α στοιχεία αυτά συνθέτουν μια νέα τεχνική έννοια, αυτήν της «ευδαιμονίας». Το πρόβλημα και εδώ είναι ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπίσουμε τα στοιχειώδη αυτά θεμέλια της ανθρώπινης ευτυχίας. Ποιά είναι τα θεμελιώδη στοιχεία της ευτυχίας και πώς τα κατατάσσουμε; Είναι αδύνατον να τα βρούμε εάν δεν συμφωνούμε στον πλήρη ορισμό της ευτυχιάς, πράγμα που μας παραπέμπει στο πρόβλημα που εξετάσαμε αμέσως παραπάνω. Οι έλληνες κλασικοί ήταν αισιόδοξοι ότι η φιλοσοφική σκέψη μπορεί να τα εντοπίσει. Σήμερα η αισιοδοξία αυτή φαίνεται υπερβολική. Εν πάσει περιπτώσει η ισότητα στην ευδαιμονία οδηγεί στην ίδια αδικία στην οποία οδηγεί και η υποτιθέμενη έννοια της ευτυχίας. Η έννοια της ευδαιμονίας, όπως και αν την κατασκευάσουμε, θα αγνοήσει διαφορετικές ερμηνείες της, που ενδεχομένως υιοθετούν οι άλλοι (για άλλους π.χ. η θρησκεία δεν είναι κομμάτι της ευδαιμονίας, αλλά είναι ή άθληση ή η μουσική). Επιβάλλοντας μια ερμηνεία της ευδαιμονίας, καταπιέζουμε όλους όσους διαφωνούν με αυτή. Η ευτυχία και η ευδαιμονία ως κοινωνικά ιδανικά απειλούν την ελευθερία.

Ισότητα στις ευκαιρίες ή στα εφόδια

Επειδή οι περισσότεροι πολιτικοί φιλόσοφοι της εποχής μας αγαπούν την ελευθερία, απορριπτουν και την αρχή της ισότητας στην ευτυχία και την αρχή της ισότητας στην ευδαιομονία. Μιλούν αντίθετα για την ισότητα στις ευκαιρίες ή για ισότητα στα εφόδια (resources). Η ισότητα στις ευκαιρίες υποστηρίζει την κατά το δυνατόν ίση πιθανότητα ότι στη διάρκεια της ζωής μας θα πετύχουμε τους ουσιώδεις στόχους μας. Το πρόβλημα εδώ έιναι ξανά ότι το μέτρο των ευκαιριών μας είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο να διαπιστωθεί. Πότε ένας έχει πιο πολλές ευκαιρίες από κάποιον άλλον; Πόσο εξαρτάται το μέλλον μας από τη δική μας θέληση και επινοητικότητας; Πόση δύναμη της θέλησης απαιτείται ώστε ένα παιδί να πηγαίνει σχολείο περπατώντας στο χιόνι κάθε μέρα; Μπορούμε μόνον να προσσεγγίσουμε, όχι να εκτιμήσουμε τί σημαίνει ισότητα ευκαιριών. Τα ταλέντα και οι ψυχικές δυνάμεις του καθένα αλλάζουν ριζικά τη σημασία των υλικών ευκαιριών.

Γι’ αυτόν το λόγο ορισμένοι φιλόσοφοι προκρίνουν την ισότητα των εφοδίων (resources), που έχει όλα τα πλεονεκτήματα της ισότητας ευκαιριών χωρίς τα μειονεκτήματα. Με την έννοια των εφοδίων πολλοί φιλόσοφοι προσπαθούν να περιγράψουν τα αγαθά που θα πρέπει έχει ο καθένας μας στο ξεκίνημα της ζωής του, δηλαδή τα οικονομικά και υλικά δεδομένα της ζωής του, την εκπαίδευση και ενδεχομένως την φροντίδα μιας οικογένειας. Η ισότητα στα εφόδια δεν εγγυάται καθόλου την ισότητα ευκαιριών, την ισότητα της ευδαιμονίας, την ισότητα στην ευτυχία ή την ισότητα στον πλούτο. Το αντίθετο. Εγγυάται την ανισότητα σε όλα αυτά τα κριτήρια. Φροντίζει όμως την ισότητα με τον μοναδικό τρόπο – επιχειρηματολογούν οι υποστηρικτές της – που συμβιβάζεται με την ατομικη ευθύνη και την αναγνώριση της ατομικής ελευθερίας και αυτονομίας.

Η ισότητα των εφοδίων (καθώς και η ισότητα των ευκαριών) μπορεί να γίνει κατανοητή ως ένα σύστημα που ενεργεί συμπληρωματικά στην ελεύθερη αγορά και τις ιδιωτικές συναλλαγές. Τα ίσα εφόδια δεν εγγυώνται ίση επιτυχία. Όπως είδαμε, η ισότητα ευκαιριών είναι ακριβώς η ισότητα της πρόσβασης προς την ανισότητα. Άλλά η ισότητα στα εφόδια (ή η ισότητα στις ευκαιρίες) μπορεί να κάνει την ελεύθερη αγορά πιο δίκαιη, αφού όλοι ξεκινούν με παραπλήσια εφόδια και παραπλήσιες πιθανόητες επιτυχίας. Η επιτυχία εξαρτάται από τον χαρακτήρα μας, τις ικανότητές μας και την τύχη. Τα εφόδια δεν είναι ποτέ αρκετά. Έτσι η ισότητα των εφοδίων πάντα συνοδεύεται από ένα δίχτυ κοινωνικής φροντίδας για όσους δεν τα καταφέρνουν. Η λογική όμως της κοινωνικής φροντίδας δεν ίναι η ισότητα, αλλά η βοήθεια όταν υπάρχει ανάγκη.

Και σε αυτό η θεωρία της ισότητας των εφοδίων, ακολουθεί πιστά την πρακτική στα βορειοευρωπαικά κράτη. Στα κράτη αυτά, το κοινωνικό κράτος εφοδιάζει τους κατοίκους (δηλαδή και τους ξένους που έχουν μεταναστευτικά δικαιώματα) με τα βασικά εφόδια της ζωής δωρεάν: υγεία, παιδεία, κοινωνική ασφάλιση. Αυτό είναι το νόημα των βασικών κοινωνικών παροχών. Παράλληλα, το κράτος δίνει σε όσους δεν είναι σε θέση να δουλεύουν επίδομα αναπηρίας, ενώ σε όσους δεν μπορούν να βρουν δουλειά επίδομα ανεργίας (το οποίο στην Βρετανία το παίρνουν επ’ αόριστον όλοι από την στιγμή που ολοκληρώνουν την εκπαίδευσή τους ανεξαρτήτως εάν έχουν δουλέψει ποτέ). Τέλος, το κράτος βοηθάει όλους έχουν ανάγκη βοήθειας για να πληρώσουν το νοίκι τους, είτε με το να τους δίνει φτηνό σπίτι επιδοτούμενο από το κράτος, είτε με το να τους δίνει στεγαστικό επίδομα ή και τα δύο ταυτόχρονα.

Όλα αυτά τα επί μέρους επιδόματα έχουν δύο σκοπούς. Πρώτον, να προστατέψουν όσους τα λαμβάνουν από την απόλυτη φτώχεια. Δεύτερον, να δώσουν τα απαραίτητα εφόδια σε όλα τα παιδιά που μεγαλώνουν σε νοικοκυριά με χαμηλά εισοδήματα. Έτσι στην Βρετανία σήμερα πολλοί είναι φτωχοί σε σχέση με τον πλούτο των άλλων, αλλα κανείς δεν είναι άστεγος ή πεινάει ή είναι ιατρικά ανασφάλιστος. Κατά μια έννοια κανείς στην Βρετανία δεν είναι φτωχός ή τουλάχιστον εξαθλιωμένος. Αλλα εδώ αντιμετωπίζουμε την εξής πρόκληση. Αυτό δεν είναι αρκετό.

Η απόλυτη φτώχεια είναι σίγουρα το πιο κρίσιμο ζήτημα. Γι’ αυτό η κατάσταση στις χώρες που πεινάνε είναι ηθικό ζήτημα τεράστιας σημασίας. Ταυτόχρονα όμως και η σχετική φτώχεια, δηλαδή το εισόδημα σε σύγκριση με τα εισοδήματα των άλλων, είναι εξίσου ηθικό ζήτημα. Αλλά τί είδους πρόβλημα είναι αυτό; Ούτε η ισότητα των εφοδίων ούτε και καμμία άλλη θεωρία περί ισότητας εξηγούν τη φύση τους προβλήματος της σχετικής φτώχειας, το πρόβλημα δηλαδή της ανισότητας στις σημερινές δημοκρατικές κοινωνίες. Στα βορειοευρωπαικά κράτη όλοι τουλάχιστον έχουν κάποια εφόδια και πολλές ευκαιρίες, λόγω του ισχυρού κοινωνικού κράτους (το οποίο τα νοτιοευρωπαικά κράτη δεν έχουν με τον ίδιο τρόπο αλλά βασίζονται στην οικογένεια). Η ανισότητα που παραμένει, παρολαυτά, ενοχλεί το ηθικό μας αισθητήριο. Την ίδια παραδοχή, παρεμπιπτόντως, κάνει και η Eurostat. Πρόσφατα ανακοινωσε τα στοιχεία για την φτώχεια του 2008. Το κριτήριο για τον κίνδυνο της φτώχειας είναι εισόδημα κάτω από το 60% του μέσου εισοδήματος ανά ενήλικα στο νοικοκυριό. Γιατί μας ενοχλεί η σχετική φτώχεια; Τί πάει στραβά όταν ο πλούτος συγκεντρώνεται σε λίγους, ακόμα και αν οι συγκριτικά φτωχότεροι δεν είναι πάμφτωχοι και εν πάσει περιπτώσει έχουν τα βασικά εφόδια της ζωής;

ΙΙ. Το πρόβλημα της σχετικής φτώχειας

Επιτρέψτε μου να επαναλάβω το πρόβλημα. Στην Βρετανία σήμερα δεν υπάρχει απόλυτη φτώχεια, δηλαδή ανέχεια. Υπάρχει αβεβαιότητα για το μέλλον, αλλά όχι ανέχεια. Κανείς δεν πεινάει και κανείς δεν στερείται ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ή – κάποιας - στέγης. Οι άστεγοι στους δρόμους είναι άστεγοι διότι για κάποιο λόγο έχουν εγκαταλείψει το σύστημα κοινωνικών παροχών, που συνήθως παρέχει δωρεάν σπίτια σε όσους τα χρειάζονται. Εν πάσει περιπτώσει η βρετανική κοινωνία ξοδεύει τεράστια ποσά στην κοινωνική φροντίδα. Κατά μια έννοια υπάρχει κάποια ισότητα των βασικών τουλάχιστον εφοδίων: υγεία, στέγαση, τροφή, εκπαίδευση, ασφάλεια, περίθαλψη. Όλα αυτά παρέχονται δωρεάν από το κράτος - και αποτελούν σημείο συναίνεσης για όλα τα πολιτικά κόμματα, ακόμα και το κόμμα της Μάργκαρετ Θάτσερ (που δεν αμφισβητεί τις παροχές αυτές, οι οποίες ισχύουν από την ίδρυση του κράτους προνοίας στα τέλη της δεκαετίας του 1940). Παρολαυτά η κατάσταση στην Αγγλία είναι κατά γενική ομολογία ηθικά ανεπαρκής. Όλα τα κόμματα, του συντηρητικού συμπεριλαμβανομένου, δεν χρησιμοποιούν τον ορισμό της απόλυτης φτώχειας (ή ανέχειας ή εξαθλίωσης) αλλα τον ορισμό της σχετικής φτώχειας και διαπιστώνουν ότι η φτώχεια και ανισότητα μεγαλώνουν αντί να μικραίνουν. Όλοι συμφωνούν ότι αυτό είναι ηθικά απαράδεκτο. Γιατί;

Τα κόμματα και η κοινή γνώμη υιοθετούν μια διαφορετική αρχή της ισότητας – που ίσως πιο σωστά θα πρέπει να ονομάσουμε μια αρχή της δικαιοσύνης. Η αρχή αυτή ορίζει ότι ο κοινωνικός πλούτος πρέπει να μοιράζεται αναλογικά σε όλους, όχι μόνον σε όσους είτε από τύχη, είτε από ικανότητα πετυχαίνουν στον αγώνα της ζωής. Τί είδους αρχή είναι αυτή; Ποιά είναι η σωστή αναλογία και από που προκύπτει; Ορισμένοι φιλόσοφοι αρνούνται ότι η αρχή της ισότητας έχει αυτούσια ύπαρξη στην ηθική μας σκέψη. Υποστηρίζουν ότι η ισότητα είναι κομμάτι των αρχών της πολιτικής δικαιοσύνης. Ένας από τους φιλόσοφους αυτούς είναι ο αμερικανός JohnRawls, ο οποίος για πολλούς είναι ο πιο πρωτότυπος και βαθύς πολιτικός φιλόσοφος των τελευταίων δεκαετιών.

Ο Rawls μας λέει κάτι διαφορετικό. Οι αρχές της δικαιοσύνης δεν λύνουν ακριβώς το πρόβλημα της διανομής αγαθών μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας. Δεν είναι ακριβώς διανεμητικές. Οι αρχές της δικαιοσύνης χτίζουν την βασικη δομή μιας κοινωνίας καθορίζοντας τις σχέσεις σεβασμού μεταξύ των μελών της. Τί σημαίνει η βασική δομή μιας κοινωνίας; Σημαίνει δύο πράγματα. Πρώτον μια κοινωνία οργανώνεται στη βάση δημοσίων και γνωστών γενικών κανόνων που ισχύουν το ίδιο για όλους. Δεύτερον, η βασική δομή της κοινωνίας είναι δημιούργημα και ευθύνη της ίδιας της κοινωνίας. Η πρώτη αρχή είναι η αρχή της αμοιβαιότητας. Τη δεύτερη θα την ονομάσω την αρχή της κοινής δημιουργίας.

Η αρχή της αμοιβαιότητας είναι αρχή που την βρίσκουμε σε όλα τα κείμενα των θεωρητικών του κοινωνικού συμβολαίου. Η αρχή της αμοιβαιότητας είναι κομμάτι του Διαφωτισμού διότι κατ’ αρχήν απορρίπτει την ιεραρχική εικόνα της κοινωνίας, που χαρακτήριζε την προ-νεωτερική Ευρώπη και χαρακτηρίζει σήμερα πολλές κοινωνίες του αναπτυσσόμενου κόσμου. Η αμοιβαιότητα απαιτεί ότι ο τρόπος που είναι οργανωμένη η κοινωνία μας πρέπει να είναι αμοιβαία αποδεκτός από όλα τα μελη της. Αλλά για να είναι αμοιβαία αποδεκτή η βασική δομή της κοινωνίας μας πρέπει να είναι διατυπωμένη σε γενικούς, αφηρημένους, κατανοητούς και δημόσιους κανόνες. Από εδώ πηγάζει η αρχή του κράτους δικαίου (και η ίδια η φύση του δικαίου).

Η αρχή της κοινής δημιουργίας είναι και αυτή απότοκο του Διαφωτισμού. Μας λέει κάτι συμπληρωματικό, δηλαδή, ότι τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας δεν είναι κάτι που προκύπτει από οργανικές εξελίξεις ή σκληρούς φυσικούς νόμους. Η κοινωνία μας είναι κάτι που το φτιάχνουμε από κοινού όλοι μαζί. Και επειδή το φτιάχνουμε από κοινού όλοι μαζί, είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι, τουλάχιστον για την κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε. Δεν υπάρχουν σιδερένιοι νόμοι της κοινωνικής ζωής. Η ιδέα αυτή διατυπώθηκε με πάθος από τον Ρουσσώ. Στο δοκίμιο για την ανθρώπινη ανισότητα εξηγεί ότι υπεύθυνος για την ανισότητα ήταν ο ανθρώπινος πολιτισμός, ή καλύτερα ο ατελής πολιτισμός της φεουδαρχικής Γαλλίας, που έκανε τους ανθρώπους ανόητους και δυστυχείς. Αλλά εάν ένας πολιτισμός είναι υπέυθυνος για την δυστυχία των ανθρώπων που ζουν σε αυτόν, αυτό σημαίνει ότι ο πολιτισμός είναι αποτέλεσμα κάποιας ανθρώπινης πράξης. Μόνον οι πράξεις είναι αντικείμενο ευθύνης. Το μήνυμα του Ρουσσώ, μήνυμα που άλλαξε τον κόσμο στα 250 χρόνια από την δημοσίευση του, ήταν ότι ο ανθρώπινος λόγος μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα της άδικης κοινωνίας στην οποία ζούμε. Και τα άλλαξε.

Το μήνυμα αυτό ακριβώς εξηγεί ο Rawls στην Θεωρία της Δικαιοσύνης. Μας λέει ότι αφού είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι, τότε ισχύει και για μας η αρχή της αμοιβαιότητας, και αφού ισχύει η αρχή της αμοιβαιότητας, ο,τιδήποτε παράγουμε σε αποτέλεσμα της κοινωνικής μας αυτοοργάνωσης πρέπει να μοιράζεται στα μέλη της κοινωνίας με τρόπους που θα μπορούσαν να είναι εύλογα και δίκαια αποδεκτοί από όλους. Όλοι συμμετέχουμε στην δημιουργία του κοινωνικού προϊόντος απλά και μόνο με την εργασία μας ή και την συμμετοχή μας στην κοινωνική ζωή (την οικογένεια, το σχολείο, το εργοστάσιο, το γραφείο, το μαγαζί, την εκκλησία).

Αυτές οι δύο ιδέες, της αμοιβαιότητας και της κοινής δημιουργίας, εξηγούν γιατί στην Ευρώπη (βόρεια αλλά και νότια) όλοι μιλούν για την σχετική ισότητα, δηλαδή την διαφορά των εισοδημάτων μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών ως ιδιαίτερο ηθικό πρόβλημα. Μιλούμε για την σχετική ισότητα διότι αποδεχόμαστε ότι η βασική δομή της κοινωνίας πρέπει να είναι αμοιβαία αποδεκτή από όλους. Εάν δεν είναι έτσι αποδεκτή, τότε είμαστε υπεύθυνοι όλοι ή τουλάχιστον είναι υπεύθυνοι οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί και πολιτικές δυνάμεις που έχουν την εξουσία - στο όνομά μας - να αλλάξουν τα δεδομένα με ήπιους τρόπους. Μια κοινωνία που ξέρει ότι μπορεί να αλλάξει τη βασική δομή της, δεν μπορεί να δεχτεί ότι τα κέρδη της οικονομικής προόδου δημιουργούνται από την κοινή συνδρομή όλων αλλά καταλήγουν μόνο σε λίγους. Η ισότητα την οποία εισάγει ο Rawls και η οποία βρίσκεται στην καρδιά της έννοιας και του προβλήματος της «σχετικής φτώχιας» είναι συνεπώς μια πιο βαθιά ισότητα. Θα την ονομάσω την ισότητα του σεβασμού ενώπιον της πολιτείας, ή πιο σύντομα «ισοπολιτεία». Δεν αφορά μόνο τις κοινωνικές παροχές. Αφορά την βασική δομή της κοινωνίας.

ΙΙΙ. Ισοπολιτεία

Η ισοπολιτεία είναι κάτι πολύ ευρύτερο από την διανεμητική ισότητα. Απαιτεί τον ίσο σεβασμό σε όλους από κάθε έκφανση και όργανο της βασικής δομής της κοινωνίας. Επειδή οι κανόνες της πολιτείας μας (δηλαδή όχι μόνον το κράτος αλλά και οι κανόνες και συμβάσεις ιδιωτικής συμπεριφοράς) είναι δικά μας δημιούργηματα, οφείλουν να σέβονται την αρχή της αμοιβαιότητας. Την έννοια αυτή ο Ρουσσώ προσπάθησε να την διατυπώσει ως «γενική βούληση», αλλά πολλοί φιλόσοφοι την παρερμηνεύουν ως την βούληση της πλειοψηφίας. Και όμως στο Κοινωνικό Συμβόλαιο, η «γενική βούληση» είναι μια εξαιρετικά αφηρημένη κανονιστική έννοια. Δεν είναι η εκάστοτε κυβέρνηση. Γι’ αυτόν τον λόγο για τους φιλοσόφους της σύγχρονης δημοκρατίας η ισότητα ενώπιον των κρατικών οργάνων έχει προτεραιότητα σε σχέση με την διανεμητική ισότητα. Αυτό ισχύει για τον εξής λόγο. Εάν η κρατικοί θεσμοί (δηλαδή η κυβέρνηση, τα δικαστήρια, η αστυνομία, οι δημόσιοι λειτουργοί κτλ.) δεν αναγνωρίζουν τον ίδιο σεβασμό στα μέλη της κοινωνίας, σύμφωνα με γενικούς και αφηρημένους κανόνες, τότε η οποιαδήποτε εξαγγελία για διανεμητική ισότητα δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Εάν οι κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, για παράδειγμα, εφαρμόζονται διαφορετικά για τους πλούσιους και τους φτωχούς, τότε δεν υπάρχει στην ουσία ιδιωτικό δίκαιο, αλλά μόνον δίκαιο του ισχυροτέρου.

Το ίδιο ισχύει και στο δημόσιο δίκαιο. Για παράδειγμα, αν οι χωροταξικοί νόμοι δεν εφαρμόζονται ή εφαρμόζονται επιλεκτικά, ή εάν η κυβέρνηση προωθεί τους πελάτες της σε δημόσιες συμβάσεις, ή στην πρόσληψη υπαλλήλων, και εάν οι δικαστές διακρίνουν μεταξύ φίλων και άλλων, ή χριστιανών και άλλων, τότε καμμία διανεμητική αρχή δεν θα έχει τύχη. Καμμία διανεμητική αρχή ή πολιτική δεν θα πετύχει τον σκοπό της. Κανείς δεν θα την πάρει στα σοβαρά, αφού δεν θα εφαρμοστεί στην πράξη. Η αρχή της ισοπολιτείας μας διαβεβαιώνει ότι κάθε άλλος κανόνας της κοινωνίας μας θα γίνει σεβαστός, τουλάχιστον από την δημόσια δύναμη – την πολιτική εξουσία.

Η ισοπολιτεία έτσι προηγείται της διανεμητικής δικαιοσύνης διότι δημιουργεί τους μηχανισμούς της ισότητας και την εγγύηση της πραγματικής αμοιβαιότητας. Η ισοπολιτεία είναι άρα προηγούμενη προυπόθεση και της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αυτό σημαίνει ότι η ισοπολιτεία είναι κάτι που είναι πάνω από τις διαφωνίες δεξιάς και αριστεράς. Δεν είναι θέμα ιδεολογίας. Η ισοπολιτεία είναι κάτι που πηγάζει από την ιδέα του κοινωνικού συμβολαίου. Ο Rawls όπως και ο Καντ στα τέλη του 18ου αιώνα, εξηγεί ότι η πρώτη αρχή της δικαιοσύνης απαιτεί τις ίσες σημαντικές ελευθερίες, που προϋποθέτουν το κράτος δικαίου. Οι αρχές του κοινωνικού συμβολαίου θα είναι κούφιες και άχρηστες εάν δεν εφαρμόζονται στην πράξη με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Η νομοθεσία και άρα η δημοκρατία θα μένει άχρηστη.

Οι φιλόσοφοι της Αγγλίας και της Αμερικής δεν συζητούν πολύ για την ισοπολιτεία. O λόγος για την παράλειψη είναι απλός. Την έχουν μέσω του νομικού τους συστήματος. Για διάφορους ιστορικούς λόγους που δεν είναι του παρόντος, το αγγλικό κοινό δίκαιο συνοδεύεται από ένα εξαιρετικα ισχυρό και ανεξάρτητο σύστημα δικαστηρίων και δικηγόρων. Το σύστημα αυτό, που στηρίζεται (όπως και το αρχαίο ρωμαικό δίκαιο) περισσότερο στην πειθώ και την εσωτερική ουσιαστική του διάρθρωση, παρά στις οδηγίες ενός υποτιθέμενου παντοδύναμου νομοθέτη, γεννήθηκε στο Λονδίνο πριν από οκτακόσια χρόνια και συνεχίζει σήμερα να παράγει σπουδαίους νομικούς και εξαιρετικές δικαστικές αποφάσεις. Το γεγονός αυτό αναγνωρίζεται σε όλο τον κόσμο καθώς οι περισσότερες διεθνείς συναλλαγές υιοθετούν το αγγλικό δίκαιο ως το δίκαιο προτιμήσεως.

Η ισοπολιτεία είναι όμως ιδέα που χρειαζόμαστε επειγόντως στην Ελλάδα. Χωρίς ισοπολιτεία δεν υπάρχει διανεμητική δικαιοσύνη. Άρα χωρίς ισοπολιτεία δεν υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη. Το πρόβλημα της ισότητας στη χώρας μας είναι κυρίως πρόβλημα ισοπολιτείας. Οι θεσμοί μας και οι κοινωνία μας πάσχουν διότι δεν εγγυώνται αυτήν την ισότητα.

 

IV. Κράτος Δικαίου και Κοινωνικές Προσδοκίες

Πιστεύω ότι η Ελλάδα δεν παρουσιάζει σημαντικές ιδιαιτερότητες σε σχέση με άλλες ευρωπαικές χώρες. Δεν πιστεύω στην ελληνοκεντρική πολιτική ή κοινωνική επιστήμη. Παρολαυτά, η Ελλάδα έχει μια ιδιαίτερη ιστορία. Το στοιχείο που με ενδιαφέρει εδώ είναι η αδυναμία του κράτους και του κράτους δικαίου (στοιχείο που μοιράζεται, παρεμπιπτόντως, με την Ιρλανδία, μια άλλη μικρή χώρα με κλειστό πολιτικό σύστημα). Θα ήθελα έτσι να μου επιτρέψετε να κάνω μερικές γενναίες κοινωνιολογικές παρατηρήσεις συγκρίνοντας τον αγγλο-αμερικανικό κόσμο που γνωρίζω καλά, με την Ελλάδα. Οι κρίσεις αυτές δεν είναι επιστημονικές. Βασίζονται μόνον στην προσωπική μου εμπειρία και την κρίση μου.

Υπάρχει σε ορισμένους η άποψη στην Αγγλία ότι οι Έλληνες δεν ενδιαφέρονται για την ισπολιτεία και αδιαφορούν για τους νόμους. Ο δημοσιογράφος του κυριακάτικου ObserverNickCohen έγραψε, για παράδειγμα, πριν λίγους μήνες ότι οι έλληνες δεν έχουν τις ίδιες ηθικές αξίες με τους Άγγλους και ότι χρεοκόπησαν διότι εκ πεποιθήσεως κανείς δεν πληρώνει φόρους, και επειδή οι είναι βουτηγμένοι στην διαφθορά διότι τους αρέσει η διαφθορά. Ο δημοσιογράφος αυτός συχνά γράφει υπερβολές και ανοησίες αλλά αυτήν την φορά υπερέβη τον εαυτό του. Έχει κάποιο δίκιο. Έχει δίκιο ότι ανεχόμαστε την διαφθορά. Δεν έχει όμως δίκιο ότι την εγκρίνουμε, ή ότι οι αξίες μας είναι τελικά διαφορετικές από αυτές των Άγγλων. Προσέξτε ότι οι Άγγλοι έχουν δρακόντειες ποινές για την διαφθορά και φυλακίζουν τακτικά πολιτικούς και άλλους αξιωματούχους. Πρόσφατα πέντε ή έξι βουλευτές πήγαν φυλακή διότι δήλωσαν ψευδή στοιχεία στο γραφείο που τους αποζημιώνει τα έξοδά τους. Αν η τιμιότητα ήταν στο αίμα των Άγγλων, τότε δεν θα χρειαζόταν τους θεσμούς αυτούς, ούτε και οι βουλευτές αυτοίλ θα ήταν σήμερα φυλακή (οι ποινές στην Αγγλία σπάνια αναστέλλονται). Οι αξίες μας – καθώς και οι αδυναμίες μας – είναι συνεπώς ακριβώς οι ίδιες. Ο λόγος για τον οποίον ανεχόμαστε στην Ελλάδα την διαφθορά είναι διαφορετικός. Δεν είναι οι αξίες μας που μας κάνουν να την ανεχόμαστε.

Προσέξτε ότι όλοι όσοι κατηγορούνται για διαφθορά στην Ελλάδα βρίσκουν πάντα κάποια δικαιολογία. Λένε ότι η δωροδοκία ήταν «εκλογική χορηγία» ή ότι το δώρο ή άτοκο δάνειο της Siemens ήταν από παραδρομή. Κανείς από τους πολιτικούς μας που έχουν εκτεθεί δεν λέει, «καλώς δωροδοκούνται οι πολιτικοί στην Ελλάδα, γιατί έτσι είμαστε εμεις». Και οι έλληνες πολιτικοί ντρέπονται που δωροδοκούνται. Το κρύβουν όσο μπορούν, όπως και στην Αγγλία. Όταν ένας πρώην υπουργός, ο Γιώργος Βουλγαράκης είπε ότι «ότι είναι νόμιμο είναι και ηθικό», επέσπευσε το τέλος της πολιτικής του καριέρας. Πιο πρόσφατα, αρνείται με έμφαση όλες τις κατηγορίες εναντίον του και κ. Άκης Τσοχατζόπουλος, αναγωρίζοντας ότι είναι εξοντωτικές για την προσωπικότητά του. Εάν ανεχόμασταν την διαφθορά, ίσως η έμφαση να ήταν διαφορετική. Κατά τη γνώμη μου δεν είναι οι έλληνες πολίτες ή οι έλληνες πολιτικοί αδιάφοροι για την διαφθορά. Κανείς δεν την επιδοκιμάζει.

Το κλειδί της διαφοράς της Ελλάδας νομίζω βρίσκεται στην πεποίθηση για την ευθύνη για την διαφθορά. Στην Ελλάδα, επειδή τα πειθαρχικά συμβούλια των δημοσίων υπαλλήλων ελέγχονται από τους συνδικαλιστές του, υπάρχει σχεδόν απόλυτη ατιμωρησία ακόμα και για τα πιο ατιμωτικά αδικήματα. Επειδή στο ποινικό μας δίκαιο υπάρχουν πολύ σύντομες παραγραφές (σε αντίθεση π.χ. με την Αγγλία που δεν υπάρχει ποινική παραγραφή) πολιτικοί και δημόσιοι λειτουργοί ποτέ δεν καταδικάζονται, ακόμα και όταν υπάρχου στοιχεία. Κυριαρχει έτσι, και σωστά, η πεποίθηση ότι ποτέ κανείς δεν τιμωρείται. Άρα όλοι είναι, πιθανώς, διεφθαρμένοι. Άρα, αν δεν αρπάξεις τώρα την ευκαιρία, τότε είσαι κορόιδο. Οι Έλληνες δεν πιστεύουν ότι τηρείται στην χώρα τους η αρχή της αμοιβαιότητας. Δεν έχουν την προσδοκία ότι οι τίμιοι θα βρουν το δίκιο τους. Την άποψη αυτή – δικαιολογημένη – την έχουν όλοι όσοι πολιτικοί είχα ποτέ την ευκαιρία να τους ρωτήσω. Η πεποίθηση αυτή είναι ένας φαύλος κύκλος. Ο Πέτρος Μάρκαρης πολύ σωστά την ανάγει στη παράδοση του εμφυλίου πολέμου και την καταδίωξη της αριστεράς από τις «εθνικόφρονες» κυβερνήσεις της περιόδου.[1] Αλλά όσο δεν πιστεύουμε στην ακεραιότητα των άλλων, τόσο λιγότερο σεβόμαστε τους δημόσιες κανόνες. Και όσο λιγότερο σεβόμαστε τους κανόνες, τόσο λιγότερο θα καταγγέλουμε τη διαφθορά. Κατά μια έννοια η παράδοση της φαυλοκρατίας και κλεπτοκρατίας στην Ελλάδα – παράδοση που ξεκινά από τον 19ο αιώνα κάνει την τιμιότητα παράλογη. Γι’ αυτό αδιαφορούμε για την διαφθορά. Είναι κομμάτι της εμπειρίας μας και των προσδοκιών μας για την συμπεριφορά των άλλων. Δεν αδιαφορούμε για την αξία, απλά είμαστε απαισιόδοξοι για την επιτυχία της.

Αυτή η λογική δεν υπάρχει σήμερα στην Αγγλία, αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Τον δέκατο ένατο αιώνα η Αγγλία (όπως και η Σουηδία) ήταν μια οιονεί κλεπτοκρατία, περίπου όπως είναι σήμερα η Ελλάδα. Οι πλούσιοι αγόραζαν βουλευτικές έδρες ή εξασφάλιζαν το μέλλον των παιδιών τους βάζοντας «μέσον». Με σταδιακές νομοθετικές αλλαγές, η πολιτική και κοινωνική ζωή στην Αγγλία (και τη Σουηδία) άλλαξε εντελώς κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Για λόγους που ξανά δεν είναι του παρόντος, είναι παντού γνωστό ότι σήμερα στην Βρετανία κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου. Βουλευτές και υπουργοί πάνε φυλακή για ποινικά αδικήματα. Δεν υπάρχει καμμία ασυλία για τους βουλευτές. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, ο Τόνυ Μπλαιρ, είχε εξεταστεί από την αστυνομία για την υπόθεση της εικαζόμενης παράνομης χρηματοδότησης του Εργατικού Κόμματος. Δεν διαμαρτυρήθηκε ποτέ για την πρόσκλήσή της αστυνομίας. Στην πρόσφατη απόφαση Chaytor του ανώτατου δικαστηρίου της Βρετανίας πριν λίγους μήνες, επιβεβαιώθηκε ότι η απάτη στα έξοδα και επιδόματα των βουλευτών υπόκειται στο κοινό ποινικό δίκαιο. Το συνταγματικό δίκαιο είναι σε απόλυτη αρμονία με τις αποφάσεις αυτές διότι στηρίζεται στην αρχή της αρχής της νομιμότητας (‘theruleoflaw’), δηλαδή μια έκφανση αυτού που ονόμασα «ισοπολιτεία».

Στην Ελλάδα ένα μέρος του συνταγματικού μας δικαίου δυστυχώς έχει βρεθεί υπό την επιρροή μιας διαφορετικής θεωρίας του κράτους και του Συντάγματος. Θα ονομάσω αυτήν την θεωρία «πλειοψηφισμό». Κατά την θεωρία αυτή, όταν σχηματίζεται κυβέρνηση πλειοψηφίας στην Βουλή – ακόμα και όταν δεν έχει την στήριξη της πλειοψηφίας των ψηφοφόρων, λόγω της ενισχυμένης αναλογικής – τότε η κυβέρνηση αυτή έχει μοναδική νομιμοποίηση να κάνει ό,τι θέλει. Ανεξάρτητες διοικητικές αρχές και όσοι διαφωνούν, οφείλουν να υποχωρούν μπροστά στη θέληση της πλειοψηφίας. Η θεωρία του πλειοψηφισμού κάνει τρια σφάλματα. Πρώτον, η ψήφος σε ένα κόμμα δεν είναι λευκή εξουσιοδότηση. Δεύτερον, το Σύνταγμα εγκαθιστά θεσμικά αντίβαρα τα οποία κατά τον πλειοψηφισμό δεν μπορούν να εξηγηθούν. Τρίτον, η απολυταρχία της πλειοψηφούσας κυβέρνησης – κατά τη λογική των θεωρητικών του πλειοψηφισμού – έρχεται σε αντίθεση με τις βασικές αρχές του κράτους δικαίου που θεμελιώνουν το ίδιο τον συνταγματισμό. Όσοι υποστηρίζον την απλή και απόλυτη νομιμοποίηση της πλειοψηφίας, δεν χρειάζονται Σύνταγμα.

Προσέξτε δε ότι ο πλειοψηφισμός αρνείται τόσο την αρχή της αμοιβαιότητας όσο και την αρχή της κοινής δημιουργίας. Αρνείται την αμοιβαιότητα γιατί δεν εγγυάται στην μειοψηφία ότι η βούλησή της θα γίνει με οποιοδήποτε τρόπο σεβαστή. Αρνείται την ιδέα της κοινής δημιουργίας διότι η πλειοψηφία επιβάλλει μια ιδιότυπη νέα, έστω και προσωρινή, ιεραρχία. Η πλειοψηφία κυβερνά και η μειοψηφία σιωπά, περιμένοντας φυσικά την σειρά της να γίνει πλειοψηφία. Ο πλειοψηφισμός είναι θεωρία που επιβάλλει και παινεύει την ιεραρχία και την ανισότητα στην εύνοια των θεσμών και του κράτους. Ο πλειοψηφισμός έτσι είναι απάράδεκτη θεωρία αφού έχει συνέπειες που συγκρούονται τόσο με τις βασικές αρχές του συνταγματικού δικαίου όσο και με το ηθικό αισθητήριο μιας σύγχρονης δημοκρατικής και φιλελεύθερης κοινωνίας. Ο πλειοψηφισμός είναι ίσως η ιδεολογία της ήττας: αφού δεν μπορούμε να έχουμε κράτος δικαίου, τουλάχιστον ας έχουμε πλειοψηφισμό για να αποφύγουμε τον εμφύλιο πόλεμο. Και σε αυτήν την περίπτωση όμως δεν αποτελεί αποδεκτή θεωρία του συντάγματος.

Συνεπώς, η πλειοψηφία κατά την ορθότερη άποψη έχει ορισμένο ρόλο στο δημοκρατικό κράτος. Έχει τον τελευταίο λόγο, αλλά δεν έχει τον μοναδικό λόγο. Χωρίς κράτος δικαίου και σταθερούς θεσμούς – μέσω των οποίων εκφράζεται η πλειοψηφία – δεν υπάρχει δημοκρατία. Ο πλειοψηφισμός είναι θεωρία δημοφιλής στους πολιτικούς. Προσέξτε ότι υπόσχεται κάλυψη στην ασυλία των πολιτικών με την υποτιθέμενη καλύψη της «λαϊκής κυριαρχίας», μια θεωρία που οι θεωρητικοί της απολυταρχίας βρίσκουν στο έργο του δημοφιλή στην Ελλάδα και την Γερμανία CarlSchmitt (που είναι γνωστός τόσο ως πολιτικός φιλόσοφος όσο και ως διακεκριμένος ναζιστής). Με την θεωρία του «πλειοψηφισμού» καλύπτεται έτσι η πρακτική κυβερνήσεων να ασκούν την εξουσία με στενά κομματικά κριτήρια, να αγνοούν τους νόμους και τους θεσμούς, δηλαδή να διορίζουν την πελατεία τους σε δημόσιες θέσεις, να προτιμούν τους ευνοούμενους επιχειρηματίες τους σε κρατικές συμβάσεις, να επεμβαίνουν στην δικαιοσύνη και να αγνοούν τις λειτουργίες του κράτους που δεν έχουν στενά κομματικά οφέλη (αυτή είναι η λογική του «πολιτικού κόστους»). Έτσι τα πολιτικά κόμματα που κηρύσουν τον πλειοψηφισμό παύουν να είναι πολιτικά κόμματα και γίνονται συνδικάτα, με σκοπό την ικανοποίηση των αιτημάτων των μελών τους μέσω των υπερεξουσιών των υπουργών. Ο πλειοψηφισμός είναι η θεωρητική κάλυψη της κλεπτοκρατίας.

V. Ισοπολιτεία και Κρίση

Η πρακτική του πλειοψηφισμού στη χώρα μας εξηγεί την αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να προσαρμοστεί στην ένταξή μας στην ΕΕ. Οι κανόνες του παιχνιδιού, το σύνταγμα, οι νόμοι και το δίκαιο της ΕΕ έγιναν εργαλεία στην κυριαρχία της πλειοψηφίας. Τα θεσμικά αντίβαρα στις υπερεξουσίες της κυβέρνησης, που υπάρχουν στα Συντάγματά μας, ατόνησαν. Ο πλειοψηφισμός οδήγησε στην κατάρρρευση του ουσιαστικού κράτους δικαίου και τελικά – μέσω της απουσίας ελέγχου και λογοδοσίας - στην ίδια την κατάρρευση των δημοσίων οικονομικών.΄Ετσι εξηγείται πώς η κυβέρνηση Καραμανλή κατάφερε να παραποιήσει τα στατιστικά στοιχεία την διετία της κατάρρευσης 2007-2009. Καμμία ελληνική υπηρεσία δεν είχε το σθένος να πει όχι στον Πρωθυπουργό και τους αρμόδιους Υπουργούς, οι οποίοι έιναι κατά τη γνώμη μου οι κύριοι υπεύθυνοι για τον υπερδανεισμό και εν τέλει τον εξευτελισμό της χώρας μας και του πολιτικού της κόσμου. Έτσι εξηγείται γιατί στην διετία της κατάρρευσης η κυβέρνηση Καραμανλή κατάφερε να κρατήσει μυστική την διασπάθιση του δημοσίου χρήματος και την χρεοκοπία της χώρας – αφού καμμία υπηρεσία ή αρχή δεν υπήρχε που να μπορεί να ελέγξει την παντοδύναμη κυβέρνηση. Τα δραματικά σφάλματα της τότε κυβέρνησης δεν θα είχαν περάσει για τόσο καιρό απαρατήρητα, εάν λειτουργούσαν οι θεσμοί της δημοκρατίας μας πιο αρμονικά.

Πιστεύω ότι η αναμόρφωση του πολιτικού μας συστήματος περνά από την αναγνώριση ότι η πιο βασική αρχή του πολιτεύματος είναι η αρχή της ισοπολιτείας και όχι η αρχή της πλειοψηφίας. Πρόκειται για αρχή η οποία ούτως η άλλως είναι η πιο βαθιά αρχή του πολιτικού μας συστήματος. Είναι κομμάτι της ελληνικής πολιτικής εμπειρίας, τουλάχιστον ως ιδέα και ως αξία. Υπάρχει στα πρώτα κείμενα τις επανάστασης, στα επαναστατικά συντάγματα, στη σκέψη του Ρήγα και του Ανωνύμου του Έλληνος, στο έργο του Σαρίπολου, στην κριτική του Ροϊδη, στην πολιτεία του Τρικούπη, στην σκέψη των Παπαναστασίου, Σβώλου και Μάνεση. Υπάρχει στην έμφαση στην κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη της δημοκρατικής παράταξης μετά τον εμφύλιο πόλεμο, και στα ιδρυτικά κείμενα του ΠαΣοΚ. Η ισοπολιτεία δεν είναι ξένη αρχή στην Ελλάδα. Αντίθετα, είναι κομμάτι της πολιτικής μας ζωής. Η Ελλάδα είναι μια από τις πρώτες χώρες στην Ευρώπη που αναγνώρισε το ίσο δικαίωμα όλων στην ψήφο, ανεξαρτήτως περιουσιακών κριτηρίων (σε αυτό προηγήθηκε της Αγγλίας). Το συνταγματικό μας δίκαιο είνα εξίσου γεμάτο από τις αρχές και τις αξίες της ισοπολιτείας. Η ισοπολιτεία είναι η λογική των θεσμικών αντιβάρων στις εξουσίες της κυβέρνησης, και υπάρχει βαθειά στο σύνταγμά μας. Δεν είναι όμως κομμάτι της καθημερινής μας πρακτικής. Ο πλειοψηφισμός που επεκράτησε σιγά σιγά στην πολιτική μας σκέψη από το 1975 αδυνάτησε τα αντίβαρα στην κεντρική εξουσία και κατέστρεψε την έννοια της κοινής ευθύνης, γιατί έδωσε συγχωροχάρτι στις πλειοψηφίες.

Η σημερινή οικονομική κρίση της χώρας μας είναι εφιαλτική. Η Ελλάδα χρωστάει περίπου μιάμιση φορά αυτό που παράγει επί έναν ολόκληρο χρόνο. Οι δανειστές της έχουν χάσει την εμποστοσύνη τους στο κράτος και τους θεσμούς τους. Χωρίς τη βοήθεια της ΕΕ και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, η χώρα θα ήταν αντιμέτωπη με την οικονομική και κοινωνική κατάρρευση: δεν θα πληρώνονταν οι συντάξεις και οι μισθοί, θα κλείναν οι τράπεζες, θα σταματούσαν όλες οι δανειοδοτήσεις, τουλάχιστον προσωρινά (μέχρι να αγοραστούν οι τράπεζές μας από αντίστοιχες του εξωτερικού). Ο κίνδυνος τέτοιας κατάρρευσης παραμένει τεράστιος. Η αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος είναι τεράστια.

Η κρίση μας συνδέεται φυσικά με τις ατέλειες της νομισματικής ένωσης αλλά είναι κυρίως εσωτερική. Η εισοδος μας στο κλαμπ των Βρυξελλών δεν συνοδεύθηκε από την ανασυγκρότηση του πολιτικού μας προσωπικού και την ενίσχυση της δημόσιας διοίκησης. Ο πολιτικός μας κόσμος δεν είχε ούτε τις γνώσεις ούτε και την διάθεση να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Ο παλαιοκομματισμός και η εύνοια προς τους πολιτικούς φίλους κατέστρεψαν την παραγωγική βάση της χώρας. Η κυριότερη αποτυχία, η αποτυχία που εξηγεί τόσες άλλες, είναι η κατάρρευση του κράτους δικαίου στο όνομα του πλειοψηφισμού και των υπερεξουσίων των πολιτικών μας. Οι υπερεξουσίες αυτές ασκήθηκαν άνισα, και με εύνοια στους πελατειακούς φίλους. Τις συνέπειες τις ζούμε όλοι.

Εάν οι σκέψεις που έχω κάνει εδώ είναι σωστές, τότε η έξοδός μας από την κρίση περνά από τρεις αφηρημένες ιδέες. Την αρχή της αμοιβαιότητας, το κράτος δικαίου, και την αρχή της ισοπολιτείας – αρχή που συμπυκνώνει τις άλλες δύο. Δεν υπάρχει τίποτε το ριζοσπαστικό στις ιδέες αυτές. Είναι παμπάλαιες ιδέες του πολιτικού μας συστήματος και του συνταγματικού μας δικαίου. Οι αρχές αυτές συμβαδίζουν επίσης με τις απαιτήσεις της ΕΕ, στο βαθμό που αυτή ζητά «διαρθρωτικές αλλαγές». Οι μόνοι που τις αντιμάχονται είναι οι βολεμένοι από τον πλειοψηφισμό του παρελθόντος. Ελπίζω ότι δεν θα φοβηθούμε να δεχθούμε τις συμβουλές της ΕΕ. Οι μεταρρυθμίσεις που μας ζητά να κάνουμε δεν έιναι απλά «τεχνοκρατικές». Είναι αλλαγές που πηγάζουν από την μεγάλη πείρα συστημάτων με ιστορία παραπλήσια με το δικό μας. Η προσαρμογή μας στο ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα απαιτεί ισχυρότερη και δικαιότερη δημόσια διοίκηση και λιγότερες υπερεξουσίες στο πολιτικό προσωπικό. Απαιτεί ισχυρά αντίβαρα στην εκτελεστική εξουσία με ανεξάρτητη δικαιοσύνη και ισχυρές διοικητικές αρχές που θα προστατεύουν τον πολίτη από την ευνοιοκρατία που πηγάζει από τη λογική του παλαιοκομματισμού. Εάν η αποτυχία της Ελλάδα οφείλεται εν μέρει στην αδυναμία του κράτους δικαίου, τότε και η έξοδος από την κρίση θα πρεπει να φροντίσει για την ενίσχυση του κράτους δικαίου στην πράξη. Όπως είπα, δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Υπάρχουν όμως λύσεις, η πιο σημαντική εκ των οποίων είναι η πεποίθηση και η προσδοκία ότι η ευθύνη για την λειτουργία της πολιτείας μας είναι κοινή και αμοιβαία – οφείλεται από όλους σε όλους.

 

 

[1] Τάκης Θεοδωρόπουλος, Πάσχος Μανδραβέλης, Πέτρος Μάρκαρης και Βασίλης Παπαβασιλείου, Υπό το Μηδέν: Τέσσερα Σχόλια για την Κρίση (Αθήνα: Εκδόσεις Ωκεανίδα, 2010) σσ. 185-261.