ΟΛΙΓΑΡΧΙΑ, ΑΝΑΡΧΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ: ΚΑΝΤ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ

Eleftheriadis_Hatzis_Lecture.PNG

 Tο κείμενο αυτό είναι η διάλεξή που έδωσα στον όμιλο J. S. Mill την Τρίτη 20/1/2015. Είναι το κείμενο όπως το είχα μαζί μου. Δεν είναι ακόμα δημοσιεύσιμο, αλλά σκέφτηκα ότι ίσως ενδιαφέρει. Eυχαριστώ θερμά τον καθηγητή Άρη Χατζή που συντόνισε την συζήτηση και για τα σχόλιά του αλλά κυρίως του πολλούς φοιτητές που ήλθαν άκουσαν και έκαναν και εξαιρετικές ερωτήσεις. Το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα έχει πολλές νησίδες αριστείας και ο Όμιλος J. S. Mill είναι σίγουρα μια από αυτές.

 

 

ΑΘΗΝΑ, 20/1/2015 -  Όταν ήμουν φοιτητής σε αυτην εδώ την σχολή, ο αγαπημένος μου φιλόσοφος ήταν ο Κορνήλιος Καστοριάδης.Ο Καστοριάδης είναι ένας εντελώς ιδιότυπος συγγραφέας. Δεν μπαίνει σε καλούπια. Τα ερευνητικά ενδιαφέροντά του εκτείνονται από τα οικονομικά στην ψυχανάλυση, την ιστορία και – φυσικά – την πολιτική φιλοσοφία.  Ως φοιτητής διάβασα πάρα πολλά από τα έργα του (αντί να μελετάω εμπράγματο δίκαιο) και τον θεωρούσα τον πιο σημαντικό διανοητή για την κοινωνική δικαιοσύνη.  Τον θαυμάζω και σήμερα απεριόριστα.

Σήμερα αγαπημένος μου φιλόσφος είναι όμως ο Καντ, όχι ο Καστοριάδης. Διδάσκω την πολιτική φιλοσοφία του Καντ εδώ και λίγα χρόνια στα μεταπτυχιακά μου σεμινάρια, και ειδικά την «Μεταφυσική των Ηθών» (που υπάρχει και σε ελληνικη μετάφραση του 2013 του Κωνσταντίνου Ανδρουλιδάκη από τις εκδόσεις Σμίλη). Ξεκινάω αυτά τα σεμινάρια σε τρεις εβδομάδες. Σε αυτά εγώ και οι φοιτητές μου διαβάζουμε προσεκτικά αυτό το βιβλίο, με την βοήθεια σύγχρονων σχολίων και ερμηνειών, ιδίως του βιβλίου του Arthur Ripstein, Force and Freedom. 

Το βιβλίο μου για τα έννομα δικαιώματα, Legal Rights, που βγήκε από το Oxford University Press το 2008, διατύπωνε μια Καντιανή θεωρία του δικαιώματος. Όσοι ξέρουν λίγο τη δουλειά μου θα ξέρουν ότι θεωρώ ότι την σκέψη του Καντ την έχουν βελτιώσει και ερμηνεύσει με εξαιρετικό τρόπο σύγχρονοι φιλόσφοι όπως οι Rawls, Dworkin, O’Neill, Korsgaard, Ripstein, Herman και πολλοί άλλοι.

 Και οι δύο φιλόσφοι μιλούν για την ελευθερία, ως την κεντρική τους αξία. Και οι δύο διατυπώνουν συγκεκριμένα και πρωτότυπα επιχειρήματα για το περιεχόμενο της ελευθερίας. Και όμως οι ιδέες της ελευθερίας που υπστηρίζουν είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Και, κατά τη γνώμη μου, η πιο επιτυχημένη ανάπτυξη της αξίας της ελευθερίας είναι στον Καντ, όχι στον Καστοριάδη.

 

H ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Όταν πήγα στην Αγγλία για μεταπτυχιακές σπουδές στη φιλοσοφία του δικαίου στο Cambridge μου έκαναν εντύπωση δύο πράγματα. Πρώτον, ότι όλους τους καθηγητές τους μιλούσες με το μικρό τους όνομα. Δεύτερον, ότι κανείς δεν διάβαζε Καστοριάδη. Δυστυχώς ο Καστοριάδης έμεινε σχετικά περιορισμένος σε ένα κατ’ αρχήν γαλλόφωνο κοινό, αν και πολλά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά. Το ίδιο ισχύει και για το έργο του Νίκου Πουλαντζά.

Υπάρχει μια εξήγηση. Η αγγλόφωνη φιλοσοφία, αυτή που συνήθως ονομάζουμε «αναλυτική φιλοσοφία», δεν ασχολείται όμως με τους επίγονους του μαρξισμού. Ασχολείται με πολύ πιο αφηρημένες έννοιες. 

 

Θα ήθελα να εξηγήσω όμως με λίγο περισσότερη λεπτομέρεια γιατί οι αγγλοσάξωνες παραμελούν τον Καστοριάδη. Νομίζω αυτό θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε λίγο καλύτερα τους σκοπούς και τη φύση της αναλυτικης φιλοσοφίας, αλλά και να καταταλάβουμε και τις διαφωνίες Καντ και Καστοριάδη.

 

 Ο ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

 Ο Καστοριάδης είναι ένας από τους ελάχιστους μαρξιστές ή μετα-μαρξιστές φιλοσόφους που μίλησαν συγκεκριμένα για το περιεχόμενο του κοινωνικού του ιδεώδες. Στα κείμενά του «Το Περιεχόμνο του Σοσιαλισμού» περιγράφει με σχετική ακρίβεια το κοινωνικό του ιδεώδες (όλα τα κείμενα τα οποία παραθέτω εδώ είναι από το David Ames Curtis (ed.), The Castoriadis Reader (Blackwell, 1997), σε μετάφραση από τα αγγλικά δική μου – δεν είχα τις ελληνικές μεταφράσεις του Ύψιλον, που ξέρω ότι είναι πολύ καλής ποιότητας,  μαζί μου στην Αγγλία όταν έγραψα αυτό το κείμενο).  

 Ποιό είναι αυτό;

 Στο κείμενό του «Για το Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού ΙΙ», του 1957, λέει ξεκάθαρα ότι το Σοβιετικό μοντέλο στην Ρωσσία είναι «μια τερατώδης μορφή εκμετάλλευσης της κοινωνίας και ολοκληρωτικής καταπίεσης» (Castoriadis Reader, 49).

 Aμέσως μετά δίνει τον δικό του ορισμό του σοσιαλισμού:

 «Ο σοσιαλισμός στοχεύει στο να δώσει νόημα στην ζωή και τη δουλειά των ανθρώπων. Στο να ενδυναμώσει την ελευθερία τους, την δημιουργικότητά τους, και να επιτρέψει να ανθήσουν τα πιο θετικά στοιχεία της προσωπικότητάς τους. Στο να δημιουργήσει οργανικούς δεσμούς μεταξύ του ατόμου και αυτών που είναι γύρω του και μεταξύ της ομάδας και της κοινωνίας. Στο να εναρμονίσει τους ανθρώπους με τους εαυτούς τους και με τη φύση. Γι αυτό ενώνει τους πιο βασικύς στόχους της εργατικής τάξης στις καθημερινές της μάχες ενάντια στην καπιταλιστική αλλοτρίωση» (Reader, 51).  

 «Ο σοσιαλισμός είναι αυτονομία, η συνειδητή διεύθυνση της ζωής για το λαό. Ο Καπιταλισμός, είτε ιδιωτικός είτε γραφειοκρατικός, είναι η άρνηση αυτής της αυτονομίας, και η κρίση του πηγάζει από το γεγονός ότι το σύστημα αναγκαστικά δημιουργεί αυτήν την ροπή προς την αυτονομία, ενώ ταυτόχρονα είναι αναγκασμένο να την καταπιέζει» (Reader, 51).

 Ωραία όλα αυτά.

 Πώς όμως θα το κάνει; Με ταξική δικατατορία; Με μονοκομματικό κράτος; Πού τελικά διαφέρει ο σοσιαλισμός του Καστοριάδη από τον σοσιαλισμό του Μπρέζνιεφ και του Στάλιν; Oi κλασικοί μαρξιστές έγραψαν ότι το κράτος θα «εξαφανιστεί σταδιακά» (wither away) και άρα ας μην ανησυχούμε για τον Στάλιν. Δυστυχώς ο Στάλιν δεν εξαφανίστηκε σταδιακά. Εξαφανίστηκαν όμως σταδιακά όλοι οι αντίπαλοί του σε φυλακές και στο  εκτελεστικό απόσπασμα.

 Ο Καστοριάδης είναι από τους λίγους που απαντήσει στο πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας στον «σοσιαλισμό». Ποιά είναι απάντησή του για τους πολιτικούς θεσμούς του σοσιαλισμού; H απάντησή του είναι η δημοκρατία:

 «Κάτω από τον Σοσιαλισμό, οι άνθρωποι θα κυριαρχούν πάνω στους θεσμούς και την κοινωνία, αντί να κυριαρχούνται από αυτούς. Ο Σοσιαλισμός θα κάνει πράξη την δημοκρατία για πρώτη φορά... Η πραγματική κυριαρχία υπάρχει όταν είμαστε σε θέση να αποφασίζουμε για τους ευατούς μας σε όλα τα σημαντικά ζητήματα με πλήρη γνώση όλων των σχετικών γεγονότων» (Reader, 55).

 

Ποιά δημοκρατία όμως; Η απάντησή του, περιληπτικά, είναι μια μορφή «άμεσης δημοκρατίας». Ο  Καστοριάδης καταδικάζει την αστική δημοκρατία ως «φάρσα» και προτείνει μια εντελώς διαφορετική δημοκρατία.

Η άμεση δημοκρατία πρέπει να βασίζεται για τον Καστοριάδη σε τοπικές ομάδες, σε «συγκεκριμένες συλλογικότητες», λέει, «οργανικές κοινωνικές ενότητες» (56).

 Εδώ συμπυκνώνεται το ιδεώδες της άμεσης δημοκρατίας:

 «Το να αποφασίζεις είναι να αποφασίζεις για τον εαυτό σου. Το να αποφασίζεις ποιός θα αποφασίσει δεν είναι να αποφασίζεις γι τον εαυτό σου. Η μόνη συνολική μορφή δημοκρατίας είναι συνεπώς η άμεση δημοκρατία. Και το συμβούλιο του εργοστασίου ασκεί εξουσία και αντικαθιστά την γενική συνέλευση του εργοστασίου μόνο όταν το δεύτερο δεν βρίσκεται σε σύνοδο... Η άμεση δημοκρατία φυσικά απαιτεί την φυσική παρουσία των πολιτών σε κάποιο μέρος όταν λαμβάνονται οι αποφάσεις. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Απαιτεί επίσης ότι αυτοί οι πολίτες σχηματίζουν μια οργανική κοινότητα, ότι ζουν αν γίνεται στο ίδιο πεδίο, ότι είναι εξοικειωμένοι από την καθημερινή τους ζωή με τα αντικείμενα που θα συζητηθούν και τα προβλήματα που πρέπει να λυθούν. Μόνο με αυτές τις μονάδες που η πολιτική συμετοχή των ατόμων μπορει να γίνει καθολική (total), που οι άνθρωποι μπορούν να γνωρίζουν και να νιώθουν ότι η συμμετοχή τους θα έχει αποτελέσματα και ότι η πραγματική ζωή της κοινότητας ρυθμίζεται – σε μεγάλο βαθμό - από τα δικά της μέλη και όχι από άγνωστες αρχές που αφοσίζουν για αυτούς. Πρέπει να υπάρχει λοιπόν η μέγιστη δυνατή αυτονομία και αυτο-διαχείριση για τις τοπικές ενότητες» (56).

 Στις αμέσως επόμενες σελίδες ο Καστοριάδης περιγράφει τις αποκεντρωμένες και «μη γραφειοκρατικές» δομές που κατά τη γνώμη του μπορούν να κάνουν πράξη την άμεση δημοκρατία.  Γράφει προσεκτικά για τους τρόπους με τους οποίους οι πληροφορίες πρέπει να διαχέονται από πάνω προς τα κάτω και το ανάποδο. Μιλάει συγκεκριμένα για τους χώρους δουλειάς και προτείνει εργατικά συμβούλια παντού.

 Στα πλαίσια της «άμεσης δημοκρατίας» o Kαστοριάδης προβλέπει μόνο ένα «Κυβερνητικό Συμβούλιο» και ένα κεντρικό Συμβούλιο των Συμβουλίων (95). 

 Απορρίπτει την ιδέα της ανεξρτητης δικαιοσύνης. Στον σοσιαλισμό την δικαιοσύνη θα την απονέμουν λαικά συμβούλια (rank and file bodies) (94).

 «Τα ατομικά δικαιώματα θα τα εγγυώνται  διαδικαστικοί κανόνες που θα θεσπίζονται από το κεντρικό συμβούλιο και θα συμπεριλαμβάνουν το δικαίωμα της έφεσης σε περιφερειακά συμβούλια ή το κεντρικο συμβούλιο. Δεν θα υπάρχει «ποινικός κώδικας» ή φυλακές, καθώς ή ίδια  η ιδεά της τιμωρίας είναι παράλογη από την σοσιαλιστικη οπτική γωνία. Οι αποφάσεις θα στοχεύουν μόνο στην επανα-διαπαιδαγώγηση των κοινωνικών παραβατών και την επανένταξή τους στο κοινωινκό τους περιβάλλον». (94).

Πώς θα γίνουν όλα αυτά; Ο Καστοριάδης εξηγεί ότι οι ριζικές αυτές αλλαγές απαιτούν και μια αλλαγή της ψυχολογικής μας στάσης προς την εξουσία. Στην αρχή του κειμένου προυποθέτει μια τέτοια αλλαγή της ψυχολογικής μας στάσης προς την πολιτική. Γράφει:

 «Η αυτοδιαχείριση των εργατών θα γίνει δυνατή μόνο εαν οι στάσεις (attitudes) των ανθρώπων για την κοινωνική οργάνωση αλλάξουν ριζικά. Αυτο θα συμβεί με τη σειρά του μόνο εαν οι θεσμοί που ενσωματώνουν αυτή την οργάνωση γίνουν ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής τους ζωής» (Reader 54)

 Πού είναι λοιπόν το πρόβλημα με όλα αυτά; Για να το καταλάβουμε, χρειαζόμαστε τον Καντ.

 O KANT KAI TO KΡΑΤΟΣ

 Θά ήθελα τώρα να εισάγω τις τρείς έννοιες που έχω αναφέρει στον τίτλο μου.

 Αναρχία, Ολιγαρχία, Ελευθερία.

 Ο Καντ, όπως και πολλοί άλλοι φιλόσοφοι της νεωτερης περιόδου, ξεκινούν την πολιτική τους σκέψη για το κράτος από μια φανταστική εξιστόρηση της άρνησής του. Πώς θα ήταν η κοινωνία μας αν ζούσαμε, χωρίς κράτος ή κυριαρχία, στην κατάσταση της φύσης (state of nature). Έτσι ξεκινούν και οι Hobbes, Locke, Rousseau. Οι αναλύσεις τους ποικίλουν.

 Ο Hobbes για παράδειγμα είναι ο πιο απαισιόδοξος και γράφει ότι στην κατάσταση της φύσης η πραγματικότητά μας θα έιναι ο πόλεμος όλων εναντίον όλων και η ζωή μας «κακή, άγρια, και σύντομη». Και οι τρεις προτείνουν ότι την έξοδο από την κατάσταση αυτή μπορει να φέρει ένα Κοινωνικό Συμβόλαιο και άρα ένα δίκαιο κράτος, ή τέλος πάντων ένα κράτος.

 Ο Καντ δεν συμφωνεί με το επιχείρημα του Hobbes.

 Η ανάγκη του κράτους για τον Καντ δεν βασίζεται στην προτίμηση μας για μια πιο ειρηνική ζωή ή για μακροβιότητα.  Η πολιτική του φιλοσοφία βασίζεται σε μια θεμελιακή αφαίρεση, την διάκριση μεταξύ των στόχων και επιθυμιών και επιδιώξεων του καθε ανθρώπου και την αξία του ανθρώπου ως έλλογου όντος. Τα ηθικά επιχειρήματα για τον Καντ, δεν μπορούν να πηγάζουν από την διάθεση να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας και μόνο. Οι επιθυμίες δεν είναι είναι μια αντικειμενική βάση για να κρίνουμε τις πράξεις μας ή τις πράξεις των άλλων. Οι επιθυμίες των ανθρώπων συγκρούονται σε έναν μοιρασμένο κόσμο.

 Γι αυτό η βάση της ηθικής είναι για τον Καντ ο ηθικός νόμος που ο ορθός λόγος μας επιβάλει, και βάσει του οποίου οι αρχές των πράξεών μας πρέπει να ακολουθούν τους περιορισμούς της κατηογρικής προσταγής.

 Η πολιτική φιλοσοφία του Καντ όμως δεν πηγάζει από την κατηγορική προσταγή, τουλάχιστον όχι άμεσα. Η κατηγορική προσταγή είναι ένας εσωτερικός συλλογισμός, που μας περιορίζει και μας απελευθερώνει την ίδια στιγμή. Το κράτος και η εξουσία είναι κάτι διαφορετικό. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ του Groundwork και της «Μεταφυσικής των Ηθών». Στο πρώτο έργο ρωτά ποιά είναι η μεταφυσική ή άλλη θεμελίωση της ηθικής. Στο δεύτερο έργο προχωρά σε ένα άλλο θέμα. Ποιά συλλογική ζωή θα είχαν όσοι κατανοούν την ανάγκη του ηθικού νόμου;

 Το δεύτερο ερώτημα είναι εντελώς διαφορετικό από το πρώτο. Διότι δεν αρκεί όλοι μας να ζούμε μια ηθική ζωή. Ακόμα και αν ακολουθούμε την κατηγορική προσταγήοι επιθυμίες μας θα συγκρούονται. Χρειαζόμαστε κάτι άλλο, μια «Δημόσια Ηθική» που θα καθοδηγεί τις εξωτερικές μας πράξεις και τον τρόπο που φερόμασε ο ένας στον άλλον. Η κοινή μας κτήση του κόσμου και τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης εμπειρίας είναι αυτά που επιβάλουν δημόσιο δίκαιο, όχι μόνο εσωτερικούς κανόνες. Τα επιχειρήματα του Καντ εδώ είναι πολλά και πολύπλοκα και αναγκαστικά θα τα απλοποιήσω.

 Για να εξηγήσω τί εννοεί ο Καντ εδώ θα χρειαστώ τις έννοιες της «Αναρχίας» και της «Ολιγαρχίας». Ακόμα και μια κοινωνία ηθικά σωστών ανθρώπων θα ζούσε, στην κατάσταση της φύσης, ή την αναρχία ή την ολιγαρχία.

 Το επιχείρημα του Καντ βρίσκεται στις εξής φράσεις στη Μεταφυσική των Ηθών (ΜΜ, 6:312 ):

 

«Είναι αλήθεια ότι η κατάσταση της φύσης, επειδή και μόνο είναι φυσική, δεν είναι μια κατάσταση αδικίας (iniustus), ή μόνο μια κατάσταση επιβολής με τη βία. Αλλά θα ήταν μια κατάσταση χωρίς δικαιοσύνη (status iustitia vacuus), όπου όταν τα δικαιώματά μας βρίσκονται υπό αμφισβήτηση... δεν υπάρχει δικαστής με την αρμοδιότητα να αποδώσει δικαιοσύνη με δεσμευτική ισχύ. Γι αυτό πρέπει να εξαναγκάσουμε ο ένας τον άλλον να βγούμε από την κατάσταση της φύσης και να εισέλθουμε στην κατάσταση της δικαιοσύνη (rightful condition), γιατί ενώ ο καθένας μπορεί να αποκτήσει κάτι αποκτώντας τον έλεγχό του ή με συμφωνία κατά τις έννοιες του δικαίου, αυτή η κτήση θα είναι μόνο προσωρινή όσο δεν έχει την κύρωση του δημοσίου δικαίου, αφού δεν ρυθμίζειται από δημόσια (διανεμητική) δικαιοσύνη και δεν εξασφαλίζεται από την εξουσία, που έργο της είναι να κάνει το δίκαιο πράξη».

 

H αβεβαιότητα για την τήρηση του δικαίου μας κάνει όλους «άδικους». Εφόσον απουσιάζουν ειδικοί θεσμοί δικαιοσύνης, θα είματε υποχρεωμένοι να προστατεύουμα τα υπάρχοντά μας και τις σχέσεις μας με τους άλλους με αυτοδικία.

 

Δεν είναι βέβαιο αν το αποτέλεσμα θα είναι Αναρχία η Ολιγαρχία. Αναρχία είναι η κατάσταση όπου η αυτοδικία δεν έχει έναν μόνιμο νικητή. Ολιγαρχία είναι η κατάσταση όπου η αυτοδικία έχει έναν προσωρινά τουλάχιστον μόνιμο νικητή ή ορισμένους προσωρινά μόνιμους νικητές. Στην φυσική κατάσταση ή το ένα θα υπάρχει ή το άλλο. Η ισορροπία θα είναι σε κάθε περίπτωση ασταθής. Το πρόβλημα για τον Καντ δεν είναι όμως η αβεβαιότητα. Είναι ότι αναγκαστικά σε όποιο σημείο ισορροπίας και αν βρισκόμαστε, πάντα αδικούμε τους άλλους: τους φερόμαστε σαν να είναι υποχείριά μας, ή σαν να είμαστε εμείς δικά τους υποχείρια. Ανα πάσα στιγμή απειλούμε να τους κάνουμε όργανα στις επιδιώξεις μας. Όλοι, ακόμα και οι νικητές, είναι ανελεύθεροι, στο βαθμό που η νίκη τους είναι πάντα άδικη και εξυπηρετεί μόνο τις δικές τους ανάγκες.  

 

Αν αποδέχεσαι το αποτέλεσμα της ολιγαρχίας ή της αναρχίας, αποδέχεσαι την αδικία.

 Ποιά είναι η απάντηση για τον Καντ; Η απάντησή του είναι ότι η ελευθερία, απαιτεί μια κοινή προσπάθεια για δημόσιους θεσμούς ισοπολιτείας. Δεν είναι δυνατόν να ελπίζουμε σε θεσμούς που θα επιτρέπουν σε όλους να ικανοποιουν τις επιθυμίες τους. Η ίδια η πρόθεση μιας τέτοιας ωφελιμιστικής φιλοσοφίας ίσως είναι και εσωτερικά αντιφατική.

Μπορούμε όμως να αντιμετωπίζουμε όλους τους ανθρώπους ως εξίσου ικανούς να έχουν επιθυμίες και να ορίζουν το μέλλον τους. Η ελευθερία για τον Καντ, απαιτεί την ισότητα της ελευθερίας όλων κάτω από δημόσιους θεσμούς.

 

Το επιχείρημά του ξεκινά από την Οικουμενική Αρχή του Δικαίου (Universal Principle of Righτ)

 

 «Μια πράξη είναι δίκαη εαν μπορεί να συνυπάρξει μαζί με την ελευθερία όλων, σύμφωνα με έναν οικουμενικό νόμο, ή εάν σύμφωνα με τις εσωτερικές αρχές της (maxims),  η ελευθερία της επιλογής  όλων μπορεί να συνπάρξει με την ελευθερία όλων σύμφωνα με έναν οικουμενικό νόμο».

 

Αny action is right if it can coexist with everyone’s freedom in accordance with a universal law, or if on its maxim the freedom of choice of each can coexist with everyone’s freedom in accordance with a universal law’. (MM, 6:230)

 

 Η ελευθερία για την οποία μιλάει εδώ φυσικά δεν είναι η ελευθερία της βουλήσεως, που είναι η ίδια σε ολους, αλλά ο έλεγχος πάνω στις ουσιώδεις  πτυχές της ζωής μας. Αυτή η εξωτερική ελευθερία χρειάζεται προστασία με βάση οικουμενικούς νόμους.

 

«Η αντίδραση που εμποδίζει το εμπόδιο ενός αποτελέσματος προωθεί αυτό το αποτέλεσμα και είναι σύμφωνο μαζί του. Τώρα, ό,τιδήποτε είναι σφάλμα  είναι εμπόδιο στην ελευθερία σύμφωνα με οικουμενικύς νόμους. Άρα εαν μια συγκεκριμένη χρήση της ελευθερίας είναι αυτή εμπόδιο στην ελευθερία σύμφωνα με οικουμενικούς νόμους (δηλαδή ένα σφάλμα), o καταναγκασμός που αντιτίθεται σε αυτήν (ως το εμπόδιο στο εμπόδιο στην ελευθερία) είναι σύμφωνη με την ελευθερία σύμφωνα με οικουμενικούς νόμους και έιναι,άρα, ορθή. (MM, 6:231)

 

 Ο Καντ δεν συμφωνεί λοιπόν ότι κάθε κυριαρχία είναι νομιμοποιημένη. Μόνο η κυριαρχία που σέβεται τους οικουμενικούς κανόνες της ελευθερίας είναι νομιμοποιημένο. Έτσι το επιχείρηματου Καντ για το κράτος είναι αυτό:

 

 ‘Το κράτος (civitas) είναι μια ένωση ενός πλήθους ανθρώπινων όντων κάτω από νόμους του δικαίου.  Στο βαθμό που αυτοί είναι a priori αναγκαίοι, δηλαδή στο βαθμό που προκύπτουν από έννοιες του δικαίου των εξωτερικών πράξεών μας (και δεν είναι απλά νομοθετημένοι), η μορφή του κράτους είναι η μορφή του κράτους ως τέτοιου, του κράτους ως ιδέας, όπως πρέπει να είναι σύμφωνα με τις καθαρές αρχές του δικαίου. Η ιδεά αυτή υπηρετεί ως κανόνας του εσωτερικού του συντάγματος». (ΜΜ, 6:313)

  

Το κράτος για τον Καντ είναι συνεπώς ένα σύστημα καθηκόντων και εξαναγκασμού που σέβεται την ισότητα στην ελευθερία, σύμφωνα με οικουμενικούς νόμους.

 Οι νόμοι αυτοί δεν είναι απλές ποσοτικές ή γεωγραφικές κατανομές της ελευθερίας. Ειναι αξιολογήσεις που σέοβονται την αξιοπρέπεια του καθενός μας ξεχωριστά. Είναι τέλεια καθηκοντα, δηλαδή αξαναγκάσιμα, αλλά όχι μηχανικά καθήκοντα. Η ίδια σκέψη στο έργο των Rawls και Dworkin καταλήγει στο ότι οι νόμοι της ελευθερίας είναι τα συνταγματικά ουσιώδή, δηλαδή το κράτος δικαίου και τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Η βασική αυτή συνταγματική αρχιτεκτονική το σύγχρονου κράτους εξασφαλίζει σε όλους τους πολίτες ότι δεν θα είναι υποχείρια ο ένας του άλλου, δεν θα υπόκεινται σε ολιγαρχικές ή αριστοκρατικές διακρίσεις στο status τους, και ότι κανείς δεν θα τους στιγματίζει ως εκγληματίες ή ανήθικους χωρίς να τους δώσει μια δίκαιη δίκη και θα τους δίνει απόλυτη ελευθερία της έκφρασης.

 Για να υπάρχει αυτή η βασικη αρχιτεκτονική χρειάζται συνταγματικό δίκαιο, η διάκριση των εξουσιών αλλά και οι βασικοί θεσμοί του ιδιωτικού δικαίου: ιδιοκτησία, συμβάσεις, αδικοπραξίες. Ο εξαναγκασμός από αυτούς τους βασικούς κανόνες, δεν είναι αυταρχική επιβολή. Προστατεύει την ελευθερία από αυτούς που μπορούν να την απειλήσουν.

 

Η περιληπτική αυτή παρουσίαση του Καντ καταλήγει λοιπόν στην διάκριση δύο διαφορετικών πεδίων της πολιτικής φιλοσοφίας. Το πρώτο, το συνταγματικό πεδίο, ασχολείται με τους θεμελιώδεις θεσμούς της ελευθερίας, κάτω από οικουμενικούς νόμους. Το δεύτερο, το πολιτικό πεδίο, ασχολείται με την διανεμητική δικαιοσύνη και τις άλλες στοχεύσεις μιας δημοκρατικής κοινωνίας .

 

ΚΑΝΤ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ

 

Πώς όμως σχετίζονται αυτά με την σκέψη του Καστοριάδη;

 

Ο Καστοριάδης στην πραγματικότητα δεν σέβεται τους οικουμενικούς κανόνες της ελευθερίας. Η ισότητα την οποία αναζητεί δεν είναι ισότητα των ατόμων ως αυτόνομων, ελευθέρων όντων.

 

Οι διαφορές τους είναι νομίζω οι εξής τέσσερις . Σε όλες ο Καντ είναι καλύτερος υπερασπιστής της ελευθερίας από τον Καστοριάδη:

 

α. ένα περιοριστικό ιδεώδες της «καλής ζωής»

 

Η σκέψη του Καστοριάδη ξεκινά από ένα συνολικό υποκειμενικό ιδεώδες, από μια συγκεκριμένη κατανόηση του τί είναι «καλό» και κακό για μας, όχι τί έιναι οικουμενικά ορθό.  Αν και ο Καστοριάδης δεν είναι ωφελιμιστής, δίνει πάντα μεγάλη έμφαση στην ψυχολογικη ανταπόκριση των συνανθρώπων του στους κοινωνικούς θεσμούς. Ο Καντ, αντίθετα, δεν επιδιώκει να ικανοποιήσει – τουλάχιστον με την βασική συνταγματική αρχιτεκτονική του κράτους – τις ψυχολογικές ανάγκες κανενός, αλλά να διατυπώσει αντκειμενικούς κανόνες δίκαιης συμπεριφοράς.

 

Αν όμως εσύ κι εγώ δεν συμμεριζόμαστε το «οργανικό» ιδεώδες του Καστοριάδη για μια ενεργό συμμετοχή; Αν εμάς μας ενδιαφέρει η ποίηση, ή ο κήπος μας, ο έρωτάς μας, ή τα παιδιά μας;

 

Ο Καστοριάδης προυποθέτει ένα ατομικό ιδεώδες του ενεργού πολίτη, που όπως και στην Αριστοτελική πολιτεία, είναι έλλογος, ενεργός και δυναμικά παρεμβαίνων.

 

Και οι άλλοι;

 

β. πλειοψηφισμός

 

Η άμεση δημοκρατία του Καστοριάδη έχει όμως και έναν προφανή κίνδυνο. Όλες οι συλλογικες δομές που περιγράφει μπορούν ανά πάσα στιγμή να αποκρυσταλωθούν στην επιβολή μιας πλειοψηφίας έναντι της μειοψηφίας. Δεν υπάρχει καμμία εγγύηση ότι αυτό μπορεί να προληφθεί συνταγματικά. 

 

Το ίδιο πρόβλημα υπάρχει και στην ελλιπή διάκριση μεταξύ νομοθετημάτων και εκτελεστικών αποφάσεων. Εαν τα συλλογικά συμβούλια αποφασίζουν για όλα με τον ίδι τύπο, κάθε απόφαση είναι υπό την αίρεση της επόμενης. Τίποτε δεν είναι μόνιμο, η κοινωνική ζωή έχει εξαιρετκά χαλαρή δομή. Ανα πάσα στιγμή μπορεί να έχουμε ολιγαρχία ή αναρχία.

 

Η άμεση δημοκρατία δεν εγγυάται την ελευθερία.

 

γ. αυτοδικία

 

Το πιο χαρακτηριστικό κομμάτι της πρότασης του Καστοριάδη είναι όμως η κατάργηση της δικαιοσύνης και της διάκρισης των εξουσιών.

 

Εδώ η σύγκρουση με τον Καντ είναι ευθεία. Ακόμα και το ζήτημα του στιγματισμού των συμπολιτών μας ως εγκληματίες, ή ως αδικούντες τους συνανθρώπους τους, θα περνάνε από πλειοψηφικά λαικά δικαστήρια. Η ίδια η λογική των δικαστηρίων αυτών δεν θα είναι νομική, δηλαδή δεν θα αφορά ισχύοντες κανόνες δικαίου, αλλά θα είναι πολιτική. Συνεπώς η κάθε υποστήριξη της ενοχής ή της ευθύνης του καθενός απο εμάς (για όσα σήμερα ονομάζουμε ποινικές ή αστικές υποθέσεις) θα περνά από πολιτικούς και ωφελιμιστικούς ή ρητορικούς τρόπους και συλλογισμούς.

 

Κάθε λαϊκή «δίκη» θα είναι μια μορφή αυτοδικίας.

 

 δ. συνταγματικό κενό

 

Η άμεση δημοκρατία του Καστοριάδη δεν μας λέει πώς οι θεσμοί μας θα υπόκεινται σε διόρθωση και αλλαγή. Στο σύγχρονο συνταγματικό κράτος η αλλαγή του συντάγματος είναι κάτι δημόσιο και συγκεκριμένο. Χωρίς διάκριση των εξουσιών και χωρίς κράτος δικαίου αυτή η δημόσια διάπλαση της αρχιτεκτονικής των θεσμών μας είναι αδύνατη.

 

Όποτε συμβαίνει, και θα συμβαίνει, θα δημιουργεί «συνταγματική» κρίση.

  

Επίλογος

 

Δεν πιστεύω ότι ο Καστοριάδης δεν αγαπά την ελευθερία. Ασφαλώς την αγαπά. Έχει όμως διαλέξει τα λάθος εργαλεία για την υπεράσπισή της.  

 

Προτιμά να περιγράφει ένα κοινωνικό ιδεώδες που εκείνος βρίσκει (ψυχολογικά ή με άλλο τρόπο) προτιμότερο. Δεν νομίζω ότι πρέπει να ξεκινήσουμε να στήσουμε το κράτος με τρόπο που εμείς θεωρούμε καθολικά προτιμότερο. Κανένα κοινωνικό ιδεώδες δεν είναι δίκαιο, αν δεν σέβεται την ισότητα στην ελευθερία.

 

Ο Καντ δεν προτείνει ένα κοινωνικό ιδεώδες. Προτείνει μια δίκιαη αρχιτεκτονική, και ίσως μια κοινωνία που δεν θα υιοθετεί ένα μόνο κοινωνικό ιδεώδες. Μια δίκαιη κοινωνία προυποθέτει την αρχιτεκτονική του δικαίου, τους δημόσιους θεσμούς του συντάγματος και τη διάκριση μεταξύ λογικής της νομοθεσίας, λογικής της εκτελεστικής εξουσίας και λογικής του δικαίου.

 

Για την Καντιανή φιλοσοφία, πρέπει – εμείς οι πολίτες - να φτιάξουμε ένα οικοσύστημα, όπου όλοι μας, όποιοι και αν είμαστε και σε ό,τι και αν πιστέυουμε, πρέπει να το θεωρούμε το σπίτι μας και όπου μπορούμε να ζούμε ως ίσοι, αυτεξούσιοι, άνθρωποι ώστε να μπορούμε να εκφράζουμε την έλλογη φύση μας. Αυτό είναι το ηθικό ιδεώδες που μας προτείνει ο Καντ.

 

Είναι το αναγκαστικά ημιτελές και αποσπασματικό, ιδεώδες της ελευθερίας και της δημοκρατίκης ισότητας, που κάθε κοινωνία πρέπει να βρεί τους δικούς της τρόπους να πραγματώσει.

 

 Ο Καντ μας προτείνει ένα τρόπο να συλλάβουμε και υποστηρίξουμε αυτό το ηθικό ιδεώδες. Ο τρόπος αυτός χρησιμοποεί τις πολύ αφηρημένες έννοιες του ηθικού νόμου και του οικουμενικού κανόνα της ελευθερίας. Σας παρουσίασα την βασική δομή του. Σίγουρα χρειάζεται πολύ περισσότερη δουλειά για να το κάνουμε πιο συγκεκριμένο.

 

Καταλήγω με τα λόγια του Καντ περί ανθρώπινης αξιοπρέπειας:

 

                                                   Αξιοπρέπεια

 

‘Κάθε ανθρώπινο ον έχει μια δίκαιη αξίωση σεβασμού ενώπιον όλων των άλλων συνανθρώπων του και είναι επίσης δεσμεύμενος να τους σέβεται και αυτός . Η ανθρωπότητα η ίδια είναι μια αξιοπρέπεια, γιατί ένα ανθρώπινο όν δεν μπορεί να χρησιμποιείται μόνο ως ένα μέσον από άλλο ανθρώπινο όν (είτε από άλλου ή και τον εαυτό του), αλλά πρέπει πάντα να χρησιμοποιείται την ίδια στιγμή και ος σκοπός. Αυτό είναι τελικά η αξιοπρέπεια (προσωπικότητα) του ανθρώπου, μέσω της οποίας ξεχωρίζει πάνω από όλα τα άλλα όντα του κόσμου …’ MM, 642. [1]

 

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

 

 

 



[1] Every human being has a legitimate claim to respect from his fellow human beings and is turn bound to respect every other. Humanity itself is a dignity; for a human being cannot be used merely as a means by any human being (either by others or even by himself) but must always be used at the same time as an end. It is just in this that his dignity (personality) consists, by which he raises himself above all other beings in the world that are not human beings and yet can be sued, and so over all things.’ MM, 6:462.