ΓΙΑΤΙ Η ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑ

 

Senate_Room_Aliki_Eleftheriou.jpgΤα δύο αυτά παραδοσιακά κόμματα είναι κατά τη γνώμη μου συνυπεύθυνα για την υπονόμευση των θεσμών, την γιγάντωση της διαφθοράς, την θεαματική αύξηση της ανισότητας και την κατάρρευση της διοίκησης, της υγείας και της παιδείας. Η περίπτωση Τσοχατζόπουλου και Παπαγεωργόπουλου δεν ήταν μεμονωμένες περιπτώσεις. Η είσοδος στο ευρώ δεν έφερε την προσδοκώμενη ανάπτυξη και σύγκλιση με την Ευρώπη για αυτούς ακριβώς τους λόγους.

Και τα δύο κόμματα – παρά τις επιμέρους προσωπικότητες που αντιστάθηκαν με σθένος στο κλίμα αυτό, π.χ. Γιαννάκου, Διαμαντοπούλου, Ραγκούσης και πολλοί άλλοι – κάλυψαν και καλύπτουν τις ευθύνες τους κάτω από ένα πέπλο λαϊκισμού, αντιευρωπαϊσμού και συσκότισης της πραγματικής κατάστασης της Ελλάδας. Οι ολιγαρχικές ομάδες της Ελλάδας κατηγορούν την Ευρώπη για την χρεοκοπία μας. Συσκοτίζουν όσο μπορούν την αλήθεια ότι μικρές ομάδες ωφελήθηκαν αντί να ζημιωθούν, όπως οι υπόλοιποι από εμάς, από το γεγονός ότι η Ελλάδα σε θέματα διαφθοράς απομακρύνθηκε αντί να πλησιάσει την υπόλοιπη Ευρώπη τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Το πέπλο αυτό του αντιευρωπαϊκού λαϊκισμού υφάνθηκε με υλικά της άκρας αριστεράς και της άκρας δεξιάς, με έξαλλο αντιαμερικανισμό και τυφλή έχθρα προς την ανοικτή κοινωνία, αλλά εξαπλώθηκε με την στήριξη από ευρύτατες δυνάμεις της κοινωνίας, από παραεκκλησιαστικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους, από ισχυρές επαγγελματικές ενώσεις με εξωφρενικά προνόμια που δεν ήθελαν καμία μεταρρύθμιση και με την αμέριστη (αν και ίσως μη ηθελημένη) βοήθεια χρεοκοπημένων και στη μεγάλη τους πλειοψηφία αποβλακωμένων μέσων ενημέρωσης – που τα δύο κόμματα ήθελαν εξαρτημένα δίνοντάς τους παράνομες και «προσωρινές» δήθεν άδειες. Σε αυτό το κλίμα διακρίθηκαν και προβλήθηκαν αδίστακτοι δημαγωγοί και τσαρλατάνοι, πολλοί εκ των οποίων έγιναν υπουργοί ή και πρωθυπουργοί.

Θα πρέπει να πούμε εδώ ότι η διαπλοκή δεν ήταν πάντα συμφωνία. Ήταν και αμοιβαία εξάρτηση και απειλή, μεταξύ των κομμάτων και των ολιγαρχών. Το αποτέλεσμα ήταν όμως η Ελλάδα βρέθηκε με ελάχιστη ανεξάρτητη δημοσιογραφία και ανύπαρκτη κριτική στις διάφορες εξουσίες, τουλάχιστον στις ζώνες υψηλής θεαματικότητας. Η αλήθεια κρύφτηκε στις τσέπες των ολιγαρχών και τα συρτάρια των κομματικών επιτελείων. Χαμένο ήταν μόνο το κοινό τους.
Φυσικά, ο καλύτερος εκπρόσωπος της πελατειακής διαφθοράς και του παραδοσιακού συστήματος εξουσίας στην Ελλάδα είναι ο Σύριζα. Όπως έδειξε και η αποκάλυψη των προεκλογικών του συνεννοήσεων με ή χωρίς γάτες Ιμαλαΐων, ο κ. Τσίπρας αναζήτησε την στήριξη των ισχυρών της ενημέρωσης. Χρησιμοποιώντας ακριβώς τα ίδια μέσα με τα παλιά κόμματα προσπάθησε και προσπαθεί τώρα να φτιάξει το δικό του πελατειακό κράτος, με εκφοβισμό ή εξαγορά των αντιπάλων και με δικούς του επιχειρηματίες και δικά του ΜΜΕ. Η παρωδία διαγωνισμού για τις άδειες της τηλεόρασης είναι ηχηρό παράδειγμα.

Οι συνθήκες όμως της Ελλάδας μετά από έξι χρόνια μνημονίων είναι εντελώς διαφορετικές. Η χώρα βρίσκεται μπροστά σε ένα αδυσώπητο δίλημμα. Ή θα μείνει στην Ευρωζώνη, ή θα βυθιστεί στο περιθώριο της Ευρώπης. Βρίσκεται σήμερα με το ένα πόδι στον τρίτο κόσμο, χωρίς τράπεζες, χωρίς επενδύσεις, με μειωμένες εξαγωγές, με απίθανη ανεργία, με σχολεία και νοσοκομεία να καταρρέουν και με ένα ισχυρότατο νεοναζιστικό ρεύμα να δηλητηριάζει τη δημόσια ζωή. Όσο ο Σύριζα προσπαθεί να αντισταθεί στις μεταρρυθμίσεις που μας ζητά η ΕΕ, τόσο θα μας σπρώχνει στην έξοδο από το ευρώ και σε ακραίες καταστάσεις όπως αυτές που ζει σήμερα η Βενεζουέλα, η κοινωνία πρότυπο του Σύριζα.

Η γνώμη μου ήταν και παραμένει ότι μόνο ένα ξεκάθαρα αντι-πελατειακό κίνημα πολιτών, χωρίς εξάρτηση από τα ολιγαρχικά συμφέροντα, θα μπορούσε να πει την αλήθεια για την κρίση, να εξηγήσει πώς θα βγούμε από αυτή αλλά και να εκφράσει τον δικαιολογημένο θυμό του εκλογικού σώματος. Δυστυχώς το Ποτάμι έκανε το πρώτο, αλλά απέτυχε να κάνει τα άλλα δύο. Είπαμε αλήθειες, αλλά δεν πείσαμε τον κόσμο.

Το Ποτάμι δεν παρουσίασε εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Για λόγους τους οποίους δεν καταλαβαίνω, δεν χρησιμοποιήσαμε το κυβερνητικό πρόγραμμα που έφτιαξαν στελέχη του Ποταμιού για τις εκλογές του 2015. Ακόμα και σήμερα το Ποτάμι έχει υποτυπώδεις εσωτερικούς θεσμούς και ανύπαρκτη περιφερειακή οργάνωση. Όπως ακριβώς και το ΠαΣοΚ στο παρελθόν, το Ποτάμι είναι βασικά το γραφείο του αρχηγού του και για αυτό οι πιο πολλές από τις διακεκριμένες προσωπικότητες που αρχικά το στήριξαν έχουν στην μεγάλη τους πλειοψηφία αποχωρήσει.

Θα ήταν λάθος όμως να πούμε όμως ότι το Ποτάμι δεν πέτυχε κανέναν από στόχους του. Ίσως πέτυχε τον πιο σημαντικό. Οι μεταρρυθμιστικές του θέσεις κερδίζουν συνεχώς έδαφος στην κοινωνία. Η νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι τουλάχιστον μερικά, νίκη των ιδεών αυτών. Το Ποτάμι πέτυχε να πείσει ακόμα και το ΠαΣοΚ ότι πρέπει να παραδεχθεί τις τεράστιες ευθύνες του για τον λαϊκισμό και τη διαφθορά του παρελθόντος.

Αν και στο ΠαΣοΚ συγκρούονται δύο εντελώς διαφορετικές φιλοσοφίες, δηλαδή η διακριτική υπεράσπιση του λαϊκισμού από την κ. Γεννημάτα (και από στελέχη όπως οι Κώστας Λαλιώτης και Κώστα Σκανδαλίδης) και ο μεταρρυθμιστικός εκσυγχρονισμός από όσους ανήκουν στο κλίμα του Κώστα Σημίτη, η επίσημη πλέον θέση του ΠαΣοΚ είναι ότι πρέπει να μετεξελιχθεί σε κάτι εντελώς καινούργιο, ένα νέο κόμμα χωρίς τα βαρίδια του παρελθόντος. Και αν και διστάζουν να το πουν ανοικτά –σχεδόν ποτέ τα κομματικά κείμενα του ΠαΣοΚ δεν χρησιμοποιούν την λέξη «διαφθορά» – ποια είναι αυτά τα βαρίδια, εκτός από την διαφθορά και τις πελατειακές σχέσεις και τα παράδειγματα Τσοχατζόπουλου και Κουτσόγιωργα;

Άρα το Ποτάμι πέτυχε έναν από τους βασικούς σκοπούς του. Μεγάλο κομμάτι της κοινής γνώμης αναγνωρίζει ότι αν συνεχίσουμε σαν ένα κράτος των λίγων, θα καταστραφούμε. Αυτό είναι για μένα το νόημα της συζήτησης μεταξύ του ΠαΣοΚ και του Ποταμιού για την δημιουργία μιας νέας κεντροαριστεράς: η ανάδειξη του πελατειακού κράτους ως του πιο σημαντικού προβλήματος της χώρας.

Και εδώ είναι το παράδοξο της όλης συζήτησης. Η έναρξη του διαλόγου μεταξύ τους είναι απόδειξη ότι ούτε η κ. Γεννηματά, ούτε και ο κ. Θεοδωράκης κατάφεραν να φέρουν την ανανέωση. Και ενώ παραδέχονται την αποτυχία τους, διεκδικούν και οι δύο την ηγεσία ενός νέου σχήματος. Η δημιουργία ενός νέου κόμματος όμως πρέπει να γίνει για να κάνουμε μια νέα αρχή, χωρίς τα σφάλματα που έκανε το ΠαΣοΚ για τριανταπέντε χρόνια και το Ποτάμι για δύο.

Το νέο προοδευτικό κόμμα θα πρέπει να φτιαχτεί ως μια γνήσια προοδευτική συμμαχία, στη βάση σωστών και ισχυρών εσωτερικών θεσμών, με έμφαση σε συγκεκριμένες κυβερνητικές προτάσεις, με θεσμικά αντίβαρα που θα εμποδίζουν όποια πράξη διαφθοράς ή ευνοιοκρατίας και με την φιλοσοφία ότι η Ελλάδα μπορεί και θέλει να γίνει μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα με κράτος δικαίου, ανοικτή οικονομία, ισότητα ευκαιριών και αλληλεγγύη. Οι εσωτερικοί του κανόνες θα εξασφαλίζουν την συλλογική και αρμονική λειτουργία του κόμματος στη βάση των αρχών και των ιδεών του, με σεβασμό στις διαφωνίες και τις εσωκομματικές τάσεις, με δίκαιες διαδικασίες και χωρίς απόλυτο έλεγχο από ένα πρόσωπο ή μια παρέα. Ούτε η κ. Γεννηματά, ούτε και ο κ. Θεοδωράκης έχουν δείξει ότι θέλουν να πετύχουν – ή γνωρίζουν πώς θα πετύχουν – κάτι τέτοιο.

Μια τέτοια προοδευτική συμμαχία, με την συμμετοχή όσο το δυνατόν περισσότερων κινήσεων και προσωπικοτήτων του χώρου και τη στήριξη παραγόντων της δημόσιας ζωής όπως οι δήμαρχοι Γιώργος Καμίνης και Γιάννης Μπουτάρης ή ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, βουλευτών και στελεχών του ΠαΣοΚ, του Ποταμιού, του ΚιΔηΣο και της ΔημΑρ, αλλά και εκπροσώπων των εργαζομένων και των επιχειρήσεων, μπορεί να αλλάξει εντελώς την πολιτική μας ζωή, κάνοντας την αρχή εκλέγοντας έναν νέο αρχηγό από τη βάση.
Μια τέτοια διαδικασία δεν χρειάζεται για να ξεκινήσει την προηγούμενη έγκριση των ηγεσιών του ΠαΣοΚ και του Ποταμιού.

Μπορεί να ξεκινήσει από βουλευτές και προσωπικότητες του χώρου, που θα σχεδιάσουν το αρχικό καταστατικό του νέου κόμματος, και τις διαδικασίες και τον βηματισμό της ίδρυσής του. Το κοινό πόρισμα της επιτροπής διαλόγου είναι ήδη ένα σημαντικό βήμα. Στην πορεία, οι δύο ηγεσίες θα υποχρεωθούν από τα πράγματα να συμμετάσχουν – και αν θέλουν να εκτεθούν σε μια νέα εκλογή. Διαφορετικά, θα αναλάβουν την ευθύνη του παραμερισμού τους.

Το εκλογικό σώμα δεν εμπνέεται πλέον ούτε από τις γελοίες υποσχέσεις και τον τριτοκοσμικό αμοραλισμό του κ. Τσίπρα, ούτε από τα μισόλογα του κ. Μητσοτάκη. Η ανανέωση της πολιτικής μας ζωής είναι σήμερα επιτακτική ανάγκη. Η ίδρυση μιας προοδευτικής συμμαχίας σε σωστές βάσεις, είναι προϋπόθεση για να αλλάξει η Ελλάδα.

Ο κ. Παύλος Ελευθεριάδης είναι δικηγόρος και αναπληρωτής καθηγητής νομικής στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ήταν υποψήφιος επικεφαλής στο Ποτάμι στο 2ο συνέδριό του τον Φεβρουάριο του 2016.