ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΕΔΗΛΩΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή 19 Φεβρουαρίου 2018. 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 19.02.2018

Για να κατανοήσουμε την αξία της αρχής της δεδηλωμένης στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα, ας κάνουμε ένα διανοητικό πείραμα. Ας φανταστούμε ότι καταργήσαμε τα κόμματα, την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση. Αντί για πρωθυπουργό, υπουργούς και παρατάξεις, ας υποθέσουμε ότι έχουμε μόνο βουλευτές, που εκλέγουμε ως πρόσωπα, χωρίς να υπάρχουν κόμματα. Οι υποψήφιοι θα κέρδιζαν μόνο από την προσωπική τους δημοφιλία. Η Βουλή θα νομοθετούσε με την εκάστοτε κάθε φορά πλειοψηφία, ανάλογα με τη δύναμη της πειθούς που θα είχαν τα μέλη της.

Θα είχαμε δημοκρατία;

vouli.jpg

Υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι, ναι, θα είχαμε δημοκρατία, γιατί το βασικό τους κριτήριο είναι οι εκλογές. Η άποψη αυτή, που θα την ονομάσω «πλειοψηφισμό», είναι δημοφιλής γιατί είναι εξαιρετικά απλή. Μας λέει ότι στη δημοκρατία οι αποφάσεις πρέπει να εκφράζουν την πλειοψηφία. Ο πλειοψηφισμός προτιμά την άμεση δημοκρατία, δηλαδή τα δημοψηφίσματα, αλλά ως δεύτερη λύση προκρίνει την εκλογή αντιπροσώπων.

Πιστεύω ότι ο πλειοψηφισμός είναι μια εσφαλμένη θεωρία. Δεν ερμηνεύει σωστά το Σύνταγμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ξεχνά ότι η δημοκρατία αφορά όχι μόνο την αντιπροσώπευση αλλά ταυτόχρονα και την ισότητα όλων των πολιτών καθώς και τη διαφάνεια και τη λογοδοσία της εξουσίας. Η δημοκρατία έχει πολλούς κανόνες, όχι μόνο έναν.

Ενα προσωποπαγές κοινοβούλιο θα νομοθετούσε κυριολεκτικά κατά λάθος. Ο σχηματισμός πλειοψηφίας θα ήταν αποτέλεσμα κατά περίπτωση συμβιβασμών που θα προέκυπταν από τον συνδυασμό προσωπικών στρατηγικών. Κυριολεκτικά, δεν θα ξέραμε, ποιος κυβερνά τη χώρα. Αυτή η έλλειψη διαφάνειας θα ήταν κατά τη γνώμη μου θανάσιμο ελάττωμα του πολιτεύματος. Οι εκλογές θα έχαναν τον αποφασιστικό τους ρόλο. Αφού οι εκλογείς θα ψήφιζαν μόνο για πρόσωπα, δεν θα υπήρχε η αίσθηση κάποιας συλλογικής απόφασης. Οι βουλευτές θα κατέληγαν διαχειριστές της εξουσίας με λευκή επιταγή. Το πολίτευμα, αργά ή γρήγορα, θα γινόταν μια εκλεγμένη ολιγαρχία.

Για να αποφύγει τη διολίσθηση προς την ολιγαρχία, το κοινοβουλευτικό πολίτευμα χρειάζεται κόμματα που θα οργανώνονται πάνω στη βάση πολιτικών κατευθύνσεων ή ιδεολογιών αλλά και με ξεκάθαρη ηγεσία. Ετσι οι εκλογές αποκτούν το νόημά τους: ψηφίζοντας οι πολίτες κρίνουν ποια συλλογική προσπάθεια θα πρέπει να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας.

Φυσικά, για να μπορούν τα κόμματα να παίξουν τον ρόλο αυτό ως συλλογικές προσπάθειες διακυβέρνησης, θα πρέπει στη διάρκεια της κοινοβουλευτικής θητείας να παίρνουν ξεκάθαρες θέσεις. Αυτόν τον ρόλο παίζει η «ψήφος εμπιστοσύνης» και η «ψήφος δυσπιστίας», δηλαδή η εκ των προτέρων έγκριση ή απόρριψη της κυβερνητικής πρότασης διακυβέρνησης.

Για να λειτουργεί η ψήφος με διαφάνεια, η κυβέρνηση έχει πάντα συλλογική ευθύνη. Ο αρχηγός της κυβέρνησης πρέπει να είναι αυτός που έχει τη θετική γνώμη του κόμματός του αλλά και της πλειοψηφίας των βουλευτών. Η συνταγματική αυτή αρχή απαιτεί από τους υπουργούς να μη διαφωνούν με τη στάση της κυβέρνησης. Τα όρια κυβέρνησης και αντιπολίτευσης δίνουν νόημα στις εκλογές.

Οσοι ισχυρίζονται το αντίθετο ή δεν κατανοούν πώς λειτουργεί η κοινοβουλευτική δημοκρατία ή επιδιώκουν συνειδητά τις μυστικές συναλλαγές μιας ολιγαρχικής διαχείρισης της εξουσίας.

Κάθε φορά λοιπόν που ένας υπουργός ή αρχηγός κυβερνητικού κόμματος διεκδικεί το δικαίωμα της «ελευθερίας της έκφρασης», για το Μακεδονικό ή όποιο άλλο θέμα, ας θυμόμαστε ότι παραβιάζει τους κανόνες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Χωρίς την αρχή της δεδηλωμένης και τη συλλογική ευθύνη της κυβέρνησης, το κοινοβούλιο δεν μπορεί να παίξει τον δημοκρατικό του ρόλο.

* Ο κ. Παύλος Ελευθεριάδης είναι καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Έντυπη