ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΦΙΛΙΑ

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 8 Μαρτίου 2019.

Η τρέχουσα διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης πραγματοποιείται χωρίς συναίνεση μεταξύ των κομμάτων. Δεν έγινε έτσι δυνατόν να γίνει μια γενναία ανανέωση του Συντάγματος, όπως για παράδειγμα αυτή που υποστηρίζει η πρόταση για ένα «Καινοτόμο Σύνταγμα» που προετοιμάστηκε από την ομάδα των κκ. Στέφανου Μάνου και Νίκου Αλιβιζάτου - την οποία συζητήσαμε στο Φόρουμ των Δελφών την εβδομάδα που πέρασε. Μια τέτοια γενναία αναθεώρηση θα ήταν ο καλύτερος τρόπος, πιστεύω, να συμβολίσουμε την επαννεκκίνηση της χώρας μετά τα δέκα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Αυτή η ευκαιρία δυστυχώς χάθηκε.

Eleftheriadis_Manos_Delphi_2019.PNGΘεωρώ υπεύθυνο γι αυτήν την αποτυχία τον Πρωθυπουργό, που επεδίωξε - για άλλη μια φορά – μια οξεία σύγκρουση με την αντιπολίτευση. Θα ήταν πολύ προτιμότερο αν η αναθεώρηση ξεκινούσε με έγκριση όλων των προτεινομένων από τα δύο μεγαλύτερα κόμματα διατάξεων με λιγότερους από 180 ψήφους, ώστε η νέα βουλή να τις αναθεωρήσει μόνο αν υπάρχει αυξημένη πλειοψηφία. Η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να εγγυηθεί ευρύτερες συναινέσεις στην δεύτερη φάση της αναθεώρησης.

Δεδομένου ότι μετά από κάθε αναθεώρηση ξεκινά μια περίοδος 5 ετών κατά την οποία δεν μπορεί να γίνει άλλη, σύμφωνα με το άρθρο 110, ίσως θα ήταν προτιμότερο η τρέχουσα αναθεώρηση να μην προχωρήσει. Η γνώμη μου είναι ότι θα πρέπει να ξεκινήσουμε από την επόμενη βουλή, πιθανότατα με μια νέα κυβέρνηση. Τι πρέπει όμως να κάνουμε διαφορετικά για να πετύχουμε την συναίνεση;

Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να εκφράζουμε αυτά που μας ενώνουν, χωρίς να παραγνωρίζουμε αυτά που μας χωρίζουν. Τα τελευταία χρόνια, με τα έντονα πάθη που γέννησε η οικονομική κρίση, ξεχάσαμε νομίζω, τον ενοποιητικό ρόλο του δημοκρατικού μας συντάγματος. Ας μην ξεχνάμε ότι το πρώτο ελληνικό Σύνταγμα, αυτό της  Επιδαύρου του 1822, ήταν από τα πιο μοντέρνα και δημοκρατικά της εποχής του. Η Επανάσταση του 1821 στράφηκε αμέσως στις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας, τις οποίες αποτύπωσε σε έναν καταστατικό χάρτη, όπως απαιτεί το κράτος δικαίου, ακολουθώντας το παράδειγμα της Αμερικής και της Γαλλίας.  

Δεν ήταν ένα απομονωμένο παράδειγμα. Το 1844 ήμασταν από τις πρώτες χώρες της Ευρώπης που εισήγαγαν Σύνταγμα, κοινοβουλευτική δημοκρατία και καθολική ψηφοφορία για την εκλογή βουλευτών – δυστυχώς μόνο για τους άνδρες. Έκτοτε η συνταγματική μας παράδοση είναι μια από τις πιο σημαντικές της Ευρώπης – σημειώνω το έργο των Σαρίπολου, Σβώλου και Μάνεση αλλά και άλλων, και της σπουδαίας δουλειάς που γίνεται σήμερα στα πανεπιστήμια μας, αλλά και στα πανεπιστήμια του εξωτερικού από έλληνες ερευνητές.

Πιστεύω ότι αυτή η σημαντική παρακαταθήκη που μας άφησαν, με πολλές θυσίες, οι παλιότερες γενιές, εξηγεί πώς οι θεσμοί μας nISIDES_COVER.PNGάντεξαν μέσα στην οικονομική κρίση. Η έξοδος από το Ευρώ αποφεύχθηκε. Οι ακραίες φωνές περιθωριοποιήθηκαν. Αν και υπήρξε τραγική πολιτική βία, για παράδειγμα στην περίπτωση της Μαρφίν, αυτή τελικά δεν πήρε εκτεταμένες διαστάσεις.

 Ίσως λοιπόν είναι ώρα να δούμε την σχέση μας με τους δημοκρατικούς μας θεσμούς διαφορετικά, όχι μόνο ας εργαλεία αλλά και ως σύμβολα της «πολιτικής φιλίας» που μας ενώνει. Ο όρος είναι του Αριστοτέλη. Τον χρησιμοποιεί στα Ηθικά Νικομάχεια, για να περιγράψει την ηθική σχέση ισότιμων πολιτών σε μια δημοκρατία. Αυτό που τους συνδέει δεν έιναι κοινωνικό ή προσωπικό, αλλά «πολιτικό», δηλαδή σχετιζόμενο με την πόλη και την δομή της. Ο όρος περιγράφει πιο παραστατικά τι σημαίνει ότι συμμετέχουμε στο δημοκρατικό τόξο.

Ο Αριστοτέλης συνδέει την πολιτική φιλία με την «ομόνοια», όχι την συμφωνία ή «ομοδοξία». Παρά τις επιμέρους διαφωνίες, οι πολίτες ομονοούν όταν βασίζουν την κοινωνική τους ζωή σε κανόνες ισότητας και αμοιβαιότητας.  Ίσως, έτσι, ένας πιο κατάλληλος όρος στην σύγχρονη εποχή να είναι ο όρος «συνταγματική φιλία». Αυτό που μας ενώνει ως πολίτες είναι η αφοσίωσή μας στους δημοκρατικούς κανόνες του καταστατικού χάρτη.

 Έτσι λοιπόν οι πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες μιας δημοκρατίας είναι οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του λαού, οι οποίοι διαφωνούν επί της ουσίας αλλά συμφωνούν για την διαδικασία επίλυσης των διαφορών τους, δηλαδή της εκλογικής διαδικασίας και του συντάγματος. Με την έννοια αυτή όλοι όσοι συμμετέχουν στις εκλογές και συμπεριφέρονται σύμφωνα με τους ισχύοντε κανόνες, δεν μπορεί να είναι εχθροί. Όπως ακριβώς δύο αντίπαλες ποδοσφαιρικές ομάδες δεν είναι εχθροί αλλά αντίπαλοι που παίζουν με κοινούς κανόνες και δίνουν τα χέρια πριν και μετά το παιχνίδι.

Η συνταγματική φιλία, όπως και η κανονική φιλία, έχει όμως αυστηρούς κανόνες και βέβαια απαιτεί ειλικρινή προσπάθεια για την διατήρησή της. Όποιος παραβιάζει το Σύνταγμα ή αγνοεί τις παραβιάσεις που κάνουν άλλοι, δεν μπορεί να έιναι συνταγματικός  φίλος. Αυτοί που αποκλείονται είναι οι παράνομοι: όσοι ασκούν βία, όσοι είναι διεφθαρμένοι ή όσοι παραβιάζουν το Σύνταγμα στην επιδίωξή τους για πολιτική επιρροή.

Αποκλείονται για παράδειγμα ένα ναζιστικό κόμμα που ασκεί φυσική ή λεκτική βία, ένα κόμμα που προωθεί ενεργά – με πράξεις και όχι μόνο ευχολόγια -  την βίαιη επανάσταση ή ένα πραξικόπημα ή την εισβολή στο κοινοβούλιο ή τον ξυλοδαρμό ενός βουλευτή, και μια πολιτική ομάδα όπως ο Ρουβίκωνας, που ασκεί συστηματικά πολιτική βία και εκφοβισμό για πολιτικούς σκοπούς. Αυτοί δεν είναι «συνταγματικοί φίλοι», αφού ο σωστός πολίτης δεν ασκεί ποτέ πολιτική βία. Χρησιμοποιεί μόνο τον ελεύθερο λόγο.  

Η συνταγματική φιλία, συνεπώς, δεν αποκλείει τους πονηρούς, τους λαοπλάνους, τους λαϊκιστές ή δημαγωγούς. Στον λαό Pavlos_Delphi_3.PNGεναπόκειται η ευθύνη να μην πειθεται από την δημαγωγία και το ψέμα. Κάποιοι μπορεί να μην φέρονται σωστά, αλλά να φέρονται νόμιμα. Ο λαός έχει τελικά την ευθύνη της κρίσης του. Εφόσον οι  δημαγωγοί και οι ψεύτες δεν διεκδικούν την εξουσία με την βία αλλά με την πειθώ, μπορούν να είναι «συνταγματικοί φίλοι» με τους αντιπάλους τους – αν και όχι ίσως προσωπικοί ή κοινωνικοί φίλοι.   

Το μήνυμα του Αριστοτέλη είναι ότι δεν έιναι ανάγκη να συμπαθούμε ο ένας τον άλλον, ή να συμφωνούμε στις προτεραιότητές μας, για να έχουμε συνταγματική ομόνοια μεταξύ μας. Αν δούμε τους πολιτικούς μας αντιπάλους ως «συνταγματικούς φίλους» με τους οποίους μπορούμε να διαφωνούμε για τα πολιτικά, συμφωνώντας όμως στα συνταγματικά, ίσως η συναίνεση για τις μεγάλες αλλαγές που χρειάζεται η χώρα, στην αντιμετώπιση της διαφθοράς, της ανισότητας και της πελατοκρατείας, που κρατούν την χώρα μας δέσμια της οικονομικής και τεχνολογικής καθυστέρησης, να γίνει κάπως πιο εύκολη.

 

Ο Παύλος Ελευθεριάδης είναι καθηγητής νομικής στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υποψήφιος Ευρωβουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία.

 

Eleftheriadis_Nisides_March_2018.PNG