ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΝΟΙΚΤΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, 01.03.2019. 

Σε κάθε ευρωεκλογές τίθεται το ερώτημα της σχέσης μας με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Από την ένταξή μας στην τότε ΕΟΚ το 1981, η σχέση αυτή δεν ήταν ποτέ ανέφελη. Η έρευνα του Ευρωβαρόμετρου το 2017 για την εμπιστοσύνη των κρατών-μελών προς την Ευρωπαϊκή Ενωση βρήκε ότι το 71% των Eλλήνων δεν εμπιστεύεται την Ε.Ε. – το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη.

Ενα κομμάτι του εκλογικού σώματoς είναι βέβαιο ότι ποτέ δεν θα δει ευνοϊκά την Ε.E. 

ee3--2

Πάντα σε κάθε ευρωπαϊκή κοινωνία υπάρχει περίπου ένα 20-30% των πολιτών που, για διάφορους λόγους, κατηγορεί για όλα τους ξένους και ενστερνίζεται εθνικιστικές απόψεις, είτε αριστερής είτε δεξιάς απόχρωσης.

Η δυσπιστία προς την Ε.Ε. στην Ελλάδα, όμως, δεν είναι ιδιομορφία των ακραίων. Οσοι πιστεύουμε στην ευρωπαϊκή ταυτότητα της Ελλάδας έχουμε σήμερα μια τεράστια ευθύνη. Χάσαμε τη μάχη της αλήθειας τα τελευταία χρόνια. Χάσαμε απέναντι στους ανόητους, στους δημαγωγούς και στους τυχοδιώκτες, που επέβαλαν την εικόνα της Ελλάδας ως ενός κακόμοιρου έθνους ή ως «Ψωροκώσταινας».

Για παράδειγμα, ένας διακεκριμένος δικαστής αναφέρθηκε σε ένα άρθρο του το 2015 στα προγράμματα διάσωσης και τα λεγόμενα «μνημόνια» ως κάτι αποκλειστικά ξενόφερτο και καταναγκαστικό. Μίλησε για ένα «ιδιότυπο καθεστώς κηδεμονίας και συνδιοικήσεως», με ξένες δυνάμεις που «ενδιαφέρονται περισσότερο για τα οικονομικά δεδομένα της Ευρωζώνης και λιγότερο για το πολιτειακό οικοδόμημα της Ελλάδας».

Η εικόνα αυτή είναι εντελώς λανθασμένη. Ο εξαναγκασμός της Ελλάδας στην εσωτερική υποτίμηση δεν έγινε από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Ηταν προϊόν της οικονομικής πολιτικής που για χρόνια εφαρμόζαμε. Η άτακτη χρεοκοπία θα προκαλούσε ακόμα πιο σκληρή λιτότητα, αφού η δανειοδότηση θα έπεφτε αυτομάτως από το 15% του ΑΕΠ στο μηδέν. Η έξοδος από το ευρώ θα ήταν τότε η πιο πιθανή κατάληξή μας.

Αυτό θα συνέβαινε αν είχαμε αρνηθεί τη βοήθεια της Ευρώπης. Αυτό πρότειναν τότε, για παράδειγμα, οι κ. Τσίπρας, Βαρουφάκης και Λαφαζάνης –αλλά και ο Αρτέμης Σώρρας, με ανάλογα επιχειρήματα. Κανείς δεν μας υποχρέωσε να παραμείνουμε στην Ευρωζώνη, όπως και κανείς δεν μας υποχρέωσε να μπούμε. Το επιλέξαμε μέσα από τις κοινοβουλευτικές μας διαδικασίες.

Τα προγράμματα διάσωσης μας προσέφεραν μια δυνατότητα που είχαμε ήδη χάσει, δηλαδή να δανειστούμε με σχετικά ευνοϊκούς όρους, ώστε να μην πτωχεύσουμε. Τα προγράμματα διεύρυναν την ελευθερία μας, δεν τη μείωσαν.

Αυτό τα βασικό δεδομένο της ελληνικής κρίσης δεν είναι όμως κοινό κτήμα. Ακόμα και έμπειροι άνθρωποι συνεχίζουν να βλέπουν την οικονομική κρίση μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της Ελλάδας ως θύματος. Οι ευρωεκλογές του Μαΐου είναι μια ευκαιρία να πείσουμε τους συμπολίτες μας για την πραγματική φύση της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Πρέπει να αναδείξουμε το γεγονός ότι η Ευρώπη είναι μια ενιαία αγορά η οποία μας δίνει την ευκαιρία οικονομικής εξωστρέφειας. Στις ευρωπαϊκές αγορές δεν ισχύει ο οικονομικός τυχοδιωκτισμός που συχνά επικρατεί στην Ελλάδα. Δεν κερδίζει ο πιο καπάτσος ή ο πιο καλά δικτυωμένος, αλλά αυτός που διαθέτει τα καλύτερα προϊόντα.

Η επιτυχία της ελληνικής οικονομίας σε ευρωπαϊκό περιβάλλον, συνεπώς, εξαρτάται από εμάς – από τις επιχειρήσεις, αλλά και το πλαίσιο πολιτικής εντός του οποίου λειτουργούν: τους φόρους, το κόστος ενέργειας, τις εργασιακές σχέσεις, την παιδεία. Γι’ αυτό οι μεταρρυθμίσεις είναι το κλειδί της ανάπτυξης.
Δεύτερον, η Ευρωζώνη μάς δίνει νομισματική σταθερότητα.

Η πρόσδεσή μας στη Ζώνη του Ευρώ αφαίρεσε από την ελληνική κυβέρνηση τη νομισματική της αυτονομία. Αυτό, όμως, έχει οφέλη για τους ιδιώτες και τους αποταμιευτές. Λειτουργούμε τώρα σε ένα περιβάλλον σταθερότητας που, κατ’ αρχάς, ευνοεί τις επενδύσεις. Οι επενδυτές ξέρουν ότι δεν έχουν συναλλαγματικό κίνδυνο ή πληθωρισμό.

Τρίτον, η Ευρώπη μάς παρέχει θεσμική διαφάνεια. Το οικοδόμημα της Ε.Ε. βασίζεται στο κράτος δικαίου, το οποίο τηρείται σχολαστικά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αρα, όλες οι επιχειρήσεις, είτε είναι μικρές είτε μεγάλες, μπορούν να βασιστούν στο ευρωπαϊκό δίκαιο για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Το ίδιο μπορούν να κάνουν και οι Ευρωπαίοι πολίτες.

Ο κοινός παρονομαστής των αγαθών αυτών είναι μια ανοικτή κοινωνία. Στις ευνομούμενες και δημοκρατικές χώρες της Ε.Ε., κανείς δεν είναι πετυχημένος ή αποτυχημένος εκ των προτέρων. Οι ευκαιρίες υπάρχουν για όλους, όπως υπάρχει και η κοινωνική προστασία για όσους τη χρειάζονται. Η ισχύς των αρχών αυτών σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες από κοινού, είναι κάτι που αξίζει να το υπερασπιζόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις.

* Ο κ. Παύλος Ελευθεριάδης είναι καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υποψήφιος ευρωβουλευτής με τη Ν.Δ.