Search
  • Παύλος Ελευθεριάδης

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΦΑΛΟΥΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Updated: Nov 13

ΠΑΥΛΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ





BOOKS JOURNAL, Τ. 122, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2Ο21


Μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας βλέπει την Ελλάδα ως εντελώς διαφορετική από τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες και πιστεύει ότι η ιδιαιτερότητά της απειλείται και πρέπει να προστατευθεί. Βλέπει με μεγάλο σκεπτικισμό τις προσπάθειες «εκσυγχρονισμού» της χώρας, δυσπιστεί προς την εξωστρέφεια, δεν εμπιστεύεται την διεθνή συνεργασία, λατρεύει την πυγμή και την αποφασιστικότητα, θεωρεί τα ανθρώπινα δικαιώματα περιττές πολυτέλειες, και προτιμά την διατήρηση των συνηθισμένων πρακτικών μας, ό,τι και αν σημαίνει αυτό για την καθημερινότητά μας. Η συντηρητική αυτή αντίληψη της Ελλάδας δεν είναι καθόλου καινούργια. Ενισχύθηκε, όμως, το τελευταίο διάστημα, λόγω των αβεβαιοτήτων της πανδημίας και της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης. Ζούμε την ιδιόμορφη αναβίωση μιας ιδεολογίας της ανασφαλούς Ελλάδας.


ΑΝΑΔΕΛΦΗ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ


Οι θεωρίες ανάδελφης και υπό απειλή εθνικής ταυτότητας δεν είναι δική μας πρωτοτυπία. Αντίστοιχες ιδέες υπάρχουν σε πολλές άλλες χώρες και εκφράζουν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, ενίοτε και πλειοψηφικά (π.χ. στην Βρετανία το σήμερα έντονα εθνικιστικό Συντηρητικό Κόμμα, ή στις ΗΠΑ τους ρεπουμπλικάνους του Ντόναλντ Τραμπ). Συχνά ξεχνάμε ότι οι φιλελεύθερες και δημοκρατικές κοινωνίες της εποχής μας πέρασαν μεγάλες πολιτικές δοκιμασίες για να γίνουν φιλελεύθερες και δημοκρατικές. Όλες οι χώρες έχουν προοδευτικούς και συντηρητικούς πολίτες, με τις διαφορετικές κοσμοθεωρίες και προτιμήσεις τους. Οι συντηρητικοί νικούν όταν οι προοδευτικοί δεν είναι οργανωμένοι και αποφασισμένοι. Πρέπει επίσης να πούμε ότι η συντηρητική ιδεολογία της εθνικής ιδιαιτερότητας ή μοναδικότητας δεν είναι πάντα ακραία, ή επιθετική. Μπορεί να εκφράζει ήπια τις γνήσιες ανησυχίες ενός τμήματος της κοινής γνώμης. Κάποτε όμως γινεται απειλητική για την συνταγματική ισορροπία μιας πολιτείας, όταν αμφισβητεί κάποια από τα «συνταγματικά ουσιώδη» που προστατεύουν την ατομικότητα και την ισότητα.


Στην ελληνική περίπτωση η συντηρητική κοσμοθεωρία της ιδιαιτερότητας της Ελλάδας έχει πάρει την μορφή μια έντονης ιδεολογίας της «θυματοποίησης» (victimisation), που είναι γνωστή από τη χρήση της από υπερσυντηρητικές δυνάμεις στην Αμερική. Στην ανάλυσή του για το φαινόμενο Τραμπ ο αμερικανός φιλόσοφος Τζαίησον Στάνλευ γράφει για την «θυματοποίηση» των λευκών και λιγότερο μορφωμένων ψηφοφόρων του πρώην αμερικανού προέδρου και αναφέρει ότι συχνά η εθνικιστική ιδεολογία στηρίζεται σε μια νοητή ιεραρχία «ισχύος και αναγνώρισης» μεταξύ εθνοτικών ομάδων, που υποτίθεται βρίσκονται σε διαρκή ανταγωνισμό (βλ. Jason Stanley, How Fascism Works: The Politics of Us and Them, New York, 2018). Λαϊκιστές πολιτικοί συχνά ενθαρρύνουν την εικόνα ότι μια κοινωνική – ή φυλετική - ομάδα υποφέρει σε σχέση με άλλες ώστε να εκμεταλλευθούν τον θυμό και αγανάκτηση των ακροατών τους. Στην ακραία εκδοχή του, το συναίσθημα της ομαδικής «θυματοποίησης» επιτρέπει σε μια κοινωνική ομάδα να απορρίψει τις αρχές της της δημοκρατικής κοινωνίας ή και να εγκρίνει την βίαιη αντίδραση στις υποτιθέμενες προσβολές. Το «εμείς» μάχεται με το «αυτοί», που πάντα ορίζεται ως κάτι εκτός της δικής «μας» ομάδας. Έτσι για παράδειγμα είδαμε τους οπαδούς του Τραμπ να επιτίθενται στο κτήριο της Αμερικανικής Βουλής ώστε να ακυρώσουν την επιβεβαίωση της εκλογικής του ήττας. Η εικόνα αυτή μας είναι πολύ οικεία. Λαϊκιστές «αντιμνημονιακοί» πολιτικοί στην Ελλάδα πριν μερικά χρόνια επίσης καταφέρθηκαν κατά των πολιτικων θεσμών μας, και κατηγόρησαν όσους ήθελαν την βοήθεια της Ευρώπης και την παραμονή στο Ευρώ ως «μερκελιστές» ή ως «τρόικα εσωτερικού», δηλαδή ως προδότες του απλού λαού. Πρόκειται για το μόνιμο αφήγημα του λαϊκισμού.


Στα Ευρωπαϊκά δεδομένα, ο γάλλος συγγραφέας Ρενώ Καμύ, στο βιβλίο του «Η μεγάλη ανταλλαγή» (Le Grand Remplacement, 2011) διατύπωσε την αστήρικτη και αντιεπιστημονική θεωρία ότι με βάση κάποια διεθνή συνωμοσία ο λευκός και χριστιανικός πληθυσμός της Ευρώπης απειλείται να αντικατασταθεί πλήρως από μουσουλμανικόύς πληθυσμούς – και ότι δήθεν οι Ευρωπαϊκές ΜΚΟ εργάζονται για την επιτυχία του σχεδίου αυτού. Οι ανυπόστατες αυτές θεωρίες έχουν ξεκινήσει ολόκληρο κίνημα «ταυτοτικής» εξέγερσης από την νέα Δεξιά στη Γαλλία, αλλά έχουν επίσης εμπνεύσει εξαιρετικά βίαιες τρομοκρατικές ενέργειες, όπως στην Νορβηγία και την Νέα Ζηλανδία. Ο Βίκτωρ Ορμπάν χρησιμοποιεί ακριβώς αυτήν την λογική για να δείξει ότι δήθεν οι Χριστιανοί απειλούνται στο ίδιο τους το σπίτι, και διώκει Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και δημοσιογράφους ή ακτιβιστές που τολμούν να του αντιταχθούν. Σήμερα στην Γαλλία οι ιδέες αυτές διακινούνται σε ακροδεξιές ιστοσελίδες και σελίδες σε κοινωνικά δίκτυα, που οι δημοσιογράφοι έχουν χαρακτηριστικά ονομάσει «φασιστόσφαιρα».


Πολλοί έλληνες δημοσιογράφοι και σχολιαστές στηρίζουν τις θεωρίες αυτές, όχι μόνο στην δική μας ιδιότυπη «φασιστόσφαιρα» παρασιτικών ιστοσελίδων αλλά ακόμα και σε έγκυρα έντυπα, με εσχατολογικές προβλέψεις για την παρακμή του πολιτισμού μας και τον δήθεν «εξισλαμισμό» της Αθήνας ή της Ευρώπης. Δυστυχώς η κυβέρνηση δεν έχει αποκρούσει αυτήν την τοξική και βαθύτατα εσφαλμένη ρητορική. Το αντίθετο. Χρησιμοποιώντας ασαφή γλώσσα για την «υπεράσπιση των συνόρων» μας από αδιευκρίνιστες απειλές από το εξωτερικό, αλλά και μιλώντας για το μεταναστευτικό ζήτημα με στρατιωτικούς όρους ως «εισβολή», υιοθετεί την αντίληψη ότι οι Έλληνες δεχόμαστε επίθεση. Η θεωρία αυτή μπορεί να μην ξεκίνησε από πολιτικά πρόσωπα, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν τα ζημιώνει. Αν η χώρα μας δέχεται επίθεση, τότε οι μηχανισμοί ασφαλείας του κράτους είναι το μόνο μέσο που έχουμε για να προστατευθούμε. Η ανασφάλεια μας οδηγεί έτσι στην προστατευτική αγκαλιά της πολιτικής και των κομμάτων εξουσίας. Κατ’αυτήν την έννοια μια συντηρητική ιδεολογία που ξεκίνησε από το περιθώριο, έχει πλέον αναβαθμιστεί σε ένα προβεβλημένο δόγμα της ανασφαλούς Ελλάδας.


ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΩΣ ΑΠΕΙΛΗ


Ποιά όμως είναι ακριβώς η εξωτερική απειλή; Η σχετική συζήτηση ξεκίνησε με την παράδοξη απόφαση του Ερντογάν τον Μάρτιο του 2020 να «ανοίξει τα σύνορα» και να μεταφέρει χιλιάδες «πρόσφυγες» από την Κωνσταντινούπολη προς τον Έβρο. Το επεισόδιο αυτό ήταν μια κυνική προσπάθεια του Ερντογάν να βλάψει την Ελλάδα και την ΕΕ, ώστε να ικανοποιήσει τους Τούρκους υπερεθνικιστές. Ο μόνος σκοπός του ήταν να προκαλέσει χάος, βία και αναρχία στα σύνορα της Ελλάδας με την Τουρκία. Οι προθέσεις του ήταν εξόχως επιθετικές: ήθελε να χρησιμοποιήσει ως εργαλεία του τους απελπισμένους και εξαθλιωμένους μετανάστες της Κωνσταντινούπολης, προκαλώντας επεισόδια στα σύνορα. Η προσπάθεια αυτή όμως απέτυχε παταγωδώς. Η Ελληνική κυβέρνηση σωστά και νόμιμα – κατά την προσωπική μου γνώμη - έκλεισε για λίγες ημέρες τα σύνορα, εφόσον αντιμετώπιζε μια συντονισμένη από την Τουρκική κυβέρνηση βίαιη επίθεση. Αυτή δεν ήταν ακριβώς στρατιωτική εισβολή, αλλά ήταν μια εμφανώς κακόβουλη και οργανωμένη προσπάθεια παραβίασης των συνοριακών ελέγχων της χώρας.


Οι πράξεις της Τουρκίας ήταν προφανώς αντίθετες όχι μόνο στο γενικό διεθνές δίκαιο αλλά και στην κοινή δήλωση Τουρκίας-ΕΕ, που ρύθμισε τα θέματα της μετανάστευσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησε ότι η αντίδραση της Ελλάδας ήταν εύλογη και δεν άφησε καμία αμφιβολία ότι δεν θα υποχωρήσει στους κυνικούς εκβιασμούς του Τούρκου Προέδρου. Το εγχείρημά της Τουρκίας συνεπώς απέτυχε. Έβλαψε κι άλλο την ήδη τραγική εικόνα του Ερντογάν και ενίσχυσε την θέση της Ελλάδας, ως παράγοντα νομιμότητας και κανονικότητας στην Ευρώπη. Η συμπαράσταση της ΕΕ προς την Ελλάδα ήταν εντελώς φυσιολογική, εφόσον ο γείτονάς μας αποδείχθηκε αδίστακτος και κακόβουλος.

Αν και επεισόδιο αυτό έληξε εδώ και πάνω από ένα χρόνο, φαίνεται ότι ακόμα στοιχειώνει την ελληνική πολιτική ζωή. Δυστυχώς, μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης δεν έχει καταλάβει ότι το στρατήγημα του Ερντογάν τελείωσε. Πιστεύει ότι είμαστε ακόμα υπό επίθεση. Επηρεάζεται ίσως από αυτά που λένε κάποιοι υπερ-συντηρητικοί σχολιαστές, οι οποίοι ισχυρίζονται – χωρίς κανένα στοιχείο – ότι δήθεν επίκειται εισβολή της Τουρκίας στα νησιά. Ευτυχώς δεν βρισκόμασταν στο 19ο αιώνα, οι Τούρκοι ηγέτες είναι αδίστακτοι αλλά όχι παράφρονες, και οι εικασίες αυτές είναι ανυπόστατες. Η Τουρκία δεν διεκδικεί νησιά μας, ενώ οι διεκδικήσεις της περιλαμβάνουν μόνο τις θαλάσσιες ζώνες. Παρόλαυτά, πολλοί ακόμα πιστεύουν ότι η επίθεση του Ερντογάν συνεχίζεται στο Αιγαίο και υποστηρίζουν ότι οι πρόσφυγες στις βάρκες που καταφτάνουν βρίσκονται υπό τις διαταγές του. Η πεποίθηση αυτή είναι προφανώς εσφαλμένη. Στο Αιγαίο σήμερα έρχονται μικρές ομάδες, με οικογένειες κυρίως από το Αφγανιστάν, τη Σομαλία και το Κογκό, και άλλες αφρικανικές χώρες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύει κάθε μήνα ο ΟΗΕ, κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του 2021 μόλις 1762 άτομα κατέφτασαν στα ελληνικά παράλια (ενώ για όλο το 2020 ο συνολικός αριθμός ήταν 9.700). Το ένα τρίτο είναι παιδιά. Είναι προφανές ότι δεν έχουν καμία σχέση με το επεισόδιο του Έβρου ή τους μετανάστες της Κωνσταντινούπολης. Έρχονται σε εμάς επειδή ονειρεύονται μια διαφορετική ζωή, όχι επειδή τους το είπαν οι Τουρκικές μυστικές υπηρεσίες.


H δημόσια συζήτηση στη χώρα μας ξεχνά όμως και μια άλλη διαφορά μεταξύ Έβρου και Αιγαίου. Τα χερσαία σύνορα μπορούν να κλείσουν, έστω προσωρινά. Τα θαλάσσια σύνορα δεν μπορούν να σταματήσουν τις διασώσεις. Δεν μπορούν οι ελληνικές αρχές να αγνοήσουν τον κίνδυνο ζωής που προκαλείται από την επιβίβαση σε ετοιμόρροπες βάρκες. Η κυβέρνηση όμως μιλάει γενικά και αόριστα για «φυλαξη των συνόρων» στη θάλασσα και σε μια περίπτωση τον Σεπτέμβριο του 2020 ο Υπουργός Ναυτιλίας μίλησε ανοικτά για επιστροφή προσφύγων στην ανοικτή θάλασσα, χωρίς να συνειδητοποεί προφανώς ότι αυτό που είπε ήταν παραδοχή της επίσημης πολιτικής αθέτησης των νομικών υποχρεώσεων της χώρας, επειδή στη θάλασσα προέχει η υποχρέωση διάσωσης και διαφύλαξης της ανθρώπινης ζωής σε κάθε περίπτωση.


Έτσι όμως η ασάφεια για την φύση της «απειλής» διατηρείται. Η Κυβέρνηση συνεχίζει να μιλάει για «φύλαξη» των συνόρων χωρίς διάκριση. Φύλαξη των συνόρων όμως από τι; Ποιός είναι ο σχετικός κίνδυνος; Υπάρχουν νομίζω δύο εύλογες απειλές στα σύνορα. Η πρώτη είναι η απειλή από το ενδεχόμενο χάος και αναρχία από την άσκηση βίας στα συνοριακά φυλάκια, δηλαδή αυτό που προσπάθησε να κάνει ο Ερντογάν τον Μάρτιο του 2020. Η δεύτερη απειλή είναι η ενδεχόμενη ύπαρξη στα σύνορά μας ενός υπερβολικά μεγάλου αριθμού προσφύγων, που ακόμα και αν ερχότουσαν ειρηνικά και συντεταγμένα θα μπορούσαν να προκαλέσουν κοινωνική και υγειονομική κρίση στην Ελλάδα. Κάτι τέτοιο έγινε το 2015, όχι τεχνητά λόγω του Ερντογάν, αλλά σταδιακά λόγω του πολέμου στη Συρία.


Είναι σημαντικό να προσέξουμε ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν μιλάει σήμερα ούτε για την πρώτη, αλλά ούτε και για την δεύτερη απειλή. Δεν είναι αυτά που αντιμετωπίζουμε σήμερα, τουλάχιστον σύμφωνα με τα επίσημα χείλη. Το χάος μιας μαζικής βίαιης εισόδου δεν φαίνεται να έρχεται, καθώς ο Ερντογάν είναι ήδη πιο συνενοήσιμος μετά τις συνεχείς αποτυχίες του στην εξωτερική πολιτική. Ούτε όμως και ένα τεράστιο πλήθος δεν φαινεται να υπάρχει, ακόμα και αν λάβουμε υπ’ όψη μας τις δυσάρεστες εξελίξεις στο Αφγανιστάν, που ίσως οδηγήσουν σε αύξηση ροών σε μερικούς μήνες ή χρόνια. Φυσικά, τα δεδομένα μπορεί να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή ιδίως αν ο απρόβλεπτός Ερντογάν αλλάξει ξανά στρατηγική. Τίποτε σχετικό όμως δεν φαίνεται τώρα στον ορίζοντα. Οι αριθμοί των μεταναστών είναι οι χαμηλότεροι εδώ και χρόνια. Γιατί όμως τότε ανησυχεί η κυβέρνηση και η κοινή γνώμη;

Πιστεύω ότι η Ελληνική κοινή γνώμη, ή τουλάχιστον το πιο συντηρητικό μέρος της, έχει κατά νου μια τρίτη, διαφορετική «απειλή» από τους μετανάστες στα σύνορά μας. Η απειλή αυτή είναι κοντά στις σκοτεινές προφητείες του Ρενώ Καμύ και την σχετική δαιμονολογία της «φασιστόσφαιρας». Πιστεύει ότι και η ίδια η ύπαρξη ενός ακόμα πρόσφυγα στη χώρα μας είναι κάτι επιβλαβές και επικίνδυνο. Ο κάθε πρόσφυγας είναι το πρόβλημα, ακόμα και αν η παραμονή του εδώ είναι ολιγοήμερη ή ολιγόμηνη. Δυστυχώς η κυβέρνηση αφήνει την ερμηνεία αυτή ανοιχτή, χωρίς να την απορρίπτει ρητά.


Η κυβέρνηση, για παράδειγμα, δεν έχει ορίσει ένα ανώτατο όριο στον αριθμό προσφύγων που η χώρα μας θα μπορούσε να διεκπεραιώνει αρμονικά και με κάθε μήνα. Δεν λέει π.χ. ότι μπορούμε να δεχτούμε χίλιους ή ως 10 ή 20 χιλιάδες αιτούντες άσυλο τον χρονο. Βρισκόμαστε στο σκοτάδι για τις διοικητικές μας ικανότητες στην περίθαλψη μεταναστών κάθε μήνα ή χρόνο. Η «απειλή» συνεπώς που η κυβέρνηση έχει κατά νου δεν σχετίζεται με την διοικητική ή οικονομική αδυναμία μας να περιθάλψουμε παραπάνω από όσους μπορούμε, αφού ο σχετικός ανώτατος αριθμός δεν έχει γίνει γνωστός. Όταν λοιπόν η κυβέρνηση λέει ότι θα φυλάξει τα σύνορα με ενα νέο τείχος ή τα όπλα, δεν εννοεί ότι θα σταματήσει τους πρόσφυγες όταν ξεπεράσουν έναν κάποιον αριθμό πέρα από τον οποίον δεν μπορούμε να διαχειριστουμε διοικητικά ή οικονομικά και θα δημιουργηθεί μια έκτακτη ανάγκη, αλλά λέει ότι θα αποτρέψει την είσοδο οποιουδήποτε νέου πρόσφυγα ή μετανάστη εξ’αρχής, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους. Ο αριθμός των ευπρόσδεκτων προσφύγων είναι ακριβώς μηδέν.


Η μηδενική ανοχή είναι όμως προδήλως παράνομη αφού δεν αναγνωρίζει τα δικαιώματα στο πρόσκαιρο άσυλο, που έχει ένας πρόσφυγας, απλά ως άνθρωπος από το διεθνές δίκαιο, το δίκαιο της ΕΕ αλλά και το ελληνικό Σύνταγμα. Ίσως γι αυτό η κυβέρνηση παραμένει ασαφής στο τι εννοεί με τον όρο «προστασία» των συνόρων. Η ρητορική της μηδενικής ανοχής εισάγει έναν πολύ ισχυρό συμβολισμό στην πολιτικη ζωή μας. Αν και προέρχονται απο διαφορετικά κράτη και εθνότητες, οι πρόσφυγες παρουσιάζονται, τουλάχιστον έμμεσα, ως μια ενιαία εχθρική ομάδα ανθρώπων, που ανταγωνίζεται και απειλεί τους Έλληνες και μόνο με την ύπαρξή της. Αυτή είναι μια εντελώς διαφορετική κατηγορία «απειλής» στα σύνορα, που ξεπερνά κατά πολύ τις άλλες δύο, γιατί εμφανίζει όλα τα μέλη της ομάδας των προσφύγων και μεταναστών ανεξαρτήτως του αριθμού τους ή του τρόπου με τον οποίον έρχονται, ως εχθρικούς στρατιώτες ή απλά ως απρόσωπες αυτο-κινούμενες βιοχημικές απειλές. Αρνείται έτσι το ίδιο το νόημα του δικαίου των προσφύγων, αφού στερεί από τους πρόσφυγες την ίδια την ιδιότητα του ανθρώπου σε ανάγκη. Μιλώντας αόριστα για «φύλαξη των συνόρων» η κυβέρνηση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να θεωρεί έστω και ένα νήπιο από την λάθος χώρα ως εθνική – οικονομική, πολιτιστική, θρησκευτική, βιοχημική - «απειλή».


Mέρος του συντηρητικού τύπου κατηγορεί τις αντιπολιτευτικές φωνές και τις οργανώσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ότι η διάσωση των προσφύγων σημαίνει ότι αυτές θέλουν «ανοιχτά σύνορα». Η κατηγορία αυτή είναι εντελώς λανθασμένη και παραπλανητική. Διάσωση δεν σημαίνει ανοικτά σύνορα, το αντίθετο: σημαίνει φυλασσόμενα και ελεγχόμενα σύνορα σύμφωνα με τον νόμο. Η είσοδος στη χώρα δεν σημαίνει ότι ο εισερχόμενος δεν θα απελαθεί μεθαύριο, αν απορριφθεί το αίτημά του για άσυλο. Αντίθετα, αν γινότουσαν παρακρατικές επαναπροωθήσεις, όπως μας καταλογίζει το Συμβούλιο της Ευρώπης και η Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες του ΟΗΕ, αυτό θα σήμαινε ότι τα σύνορά μας δεν θα ήταν κανονικά φυλασσόμενα, διότι παρακρατικές ομάδες θα δρούσαν εκτός του κράτους δικαίου. Αν οι καταγγελίες του ξένου τύπου ειναι σωστές και γίνονται πράγματι παράνομες επαναπροωθήσεις από το λιμενικό που συγκαλύπτονται από την αστυνομία και τα δικαστήρια (που θα έπρεπε αντίθετα να τις διώκουν και τιμωρούν), δυστυχώς, τότε τα σύνορά μας θα είχαν πράγματι γίνει ξέφραγο αμπέλι, κατά την προφιλή έκφραση του Υπουργού Μετανάστευσης). Τα άνομα σύνορα δεν συνιστούν καμμία βελτίωση σε σχέση με τα ενδεχόμενα άναρχα σύνορα.


Είναι κατανοητό από όλους ότι καμμία χώρα δεν μπορεί να διαχειριστεί έναν απεριόριστο αριθμό προσφύγων. Υπάρχουν όρια στην είσοδο προσφύγων, κάτι που – τουλάχιστον έμμεσα – αναγνωρίζει και το διεθνές δίκαιο. Το δίκαιο μας επιτρέπει να λαμβάνουμε μέτρα αν υπάρχουν καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Κάτι αντίστοιχο έγινε στον Έβρο. Αλλά για να είναι νόμιμα τα έκτακτα μέτρα πρέπει να λαμβάνονται δημόσια και ρητά, όταν υπάρχει πραγματική αιτία, και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Η δυνατότητα να λαμβάνεις μέτρα σε συνθήκες κρίσης είναι όμως κάτι διαφορετικό από τα κλείνεις ερμητικά τα σύνορα επ’ αόριστο χωρίς ξεκάθαρο λόγο, με άτυπο και ενδεχομένως και μη διαφανή τρόπο και βάζοντας στην άκρη τους συνήθεις ελέγχους του κράτους δικαίου. Δυστυχώς η κυβέρνηση θεωρεί ότι η πολιτική της μηδενικής ανοχής είναι μια μορφή κανονικής προστασίας των συνόρων. Η νομικές της υποχρεώσεις όμως παραμένουν οι ίδιες: να εξετάζει εξατομικευμένα το αίτημα οιουδήποτε καταφτάνει στην δικαιοδοσία των ελληνικών αρχών, είτε είναι στην ξηρά είτε στη θάλασσα. Η συνεχιζόμενη ασάφεια στο περιεχόμενο της φράσης «προστατεύουμε τα σύνορά μας» ενισχύει την εντύπωση ότι για την Ελλάδα – και για την κοινή γνώμη - κάθε πρόσφυγας είναι εξ’ορισμού ανεπιθύμητος ώστε η αίτησή του για άσυλο είναι εκ των προτέρων απορριπτέα, αφού όλοι είναι κάποιας μορφής απειλή για τους Έλληνες, σύμφωνα με μια διάχυτη θεωρία «θυματοποίησης». Αυτή η πολιτική είναι ευθέως παράνομη.


Δυστυχώς η πολιτική αυτή έχει ήδη αρνητικές συνέπειες για την εικόνα της Ελλάδας στον κόσμο και την ΕΕ. Όσο η χώρα μας επιλέγει την παρανομία και την βαναυσότητα στο Αιγαίο, τόσο θα μοιάζει με το καθεστώς Ερντογάν και θα χάνει την εμπιστοσύνη των πιο δημοκρατικών κρατών της ΕΕ, των οποίων οι ηγεσίες λογοδοτούν σε ένα γενικά φιλελεύθερο κοινό. Οι κυβερνήσεις αυτές δεν θα μπορέσον για πολύ καιρό ακόμα να αγνοήσουν τις παραβιάσεις του κράτους δικαίου από την Ελλάδα, ιδίως αν κάποια από τις διεθνείς προσφυγές κατά της Ελλάδας γίνει αποδεκτή από κάποιο διεθνές δικαστήριο. Για τις πιο δημοκρατικές χώρες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης των ΗΠΑ υπό τον Τζο Μπάιντεν, η Ελληνική κυβέρνηση θα γίνει ένας απρόβλεπτος και αντιδημοφιλής εταίρος, όπως είναι εδώ και πολλά χρόνια η Ουγγαρία και η Πολωνία. Γι αυτό, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έπαψε να χρηματοδοτεί τις κοινές ενέργιες του ελληνικού λιμενικού με την Frontex στο Αιγαίο, αφού η Ελλάδα κατηγορείται για σωρεία παράνομων ενεργειών, που παραμένουν υπό (διεθνή, αλλά όχι εσωτερική) διερεύνηση. Η ιδεολογία της ανάδελφης και πανικόβλητης Ελλάδας επηρεάζει συνεπώς όχι μόνο το εσωτερικό πολιτικό κλίμα, αλλά και τις πιθανότητες πραγματικής συνεργασίας και αλληλεγγύης για το μεταναστευτικό μέσα στην ΕΕ.


«ΘΑ ΡΩΤΗΣΕΤΕ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ;»


Δεν νομίζω ότι η ερμηνεία αυτή της δημόσιας συζήτησης για το μεταναστευτικό στην Ελλάδα ως φαινόμενο ακραίας εθνικής «θυματοποίησης» είναι υπερβολική. Όταν η Ευρωβουλευτής των Ευρωπαίων Πρασίνων Τινεκε Στρικ εξέφρασε ανησυχία στο Twitter για την μεταχείριση των έγκλειστων μεταναστών στην Αμυγδαλέζα κατά την μεγάλη φωτιά στην Βαρυμπόμπη στις αρχές Αυγούστου, ο Υπουργός Μετανάστευσης Νότης Μηταράκης της έγραψε αμέσως: «Θα δείξετε ενδιαφέρον για τους ντόπιους, που υποφέρουν από τη φωτιά; Θα ρωτήσετε και γι αυτούς;». Η αγανάκτηση του κ. Μηταράκη ήταν παράλογη αν σκεφτεί κανείς ότι η κ. Στρικ ασχολείται στο Ευρωκοινοβούλιο με το χαρτοφυλάκιο μετανάστευσης και ότι η μοίρα των ντόπιων κατοίκων της Αθήνας δεν εξαρτάται από τις αποφάσεις ενός υπουργού Μετανάστευσης. Δεν είχε κανένα νόημα να ρωτήσει γι αυτούς, αφού μπορούσαν να πάνε όπου θέλουν χωρίς άδεια. Η προσοχή της ήταν εύλογα στραμμένη στους έγκλειστους της Αμυγδαλέζας.


Η θυμωμένη αντίδρασή του Υπουργού ήταν όμως απόλυτα λογική, αν δει κανείς ότι ο κ. Μηταράκης ενεργούσε όχι μόνο ως υπουργός Μετανάστευσης, αλλά ως ένας από τους κύριους εκφραστές της συντηρητικής Ελλάδας, ενδεχομένως ως ένας θαρραλέος ιδεολογικός ηγέτης του κόμματός του, που λέει πράγματα που άλλοι συντηρητικοί πολιτικοί διστάζουν να πουν. Η στόχευση του Υπουργού ήταν ακριβώς να αντιπαραβάλει ιδεολογικά τους Έλληνες με τους ξένους πρόσφυγες ως αντίπαλες ομάδες που είναι ευθέως ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Επεδίωξε να εκφράσει τον διάχυτο θυμό και την αγανάκτηση των ντόπιων έναντι των παράνομων «εισβολέων» αλλά και για την δήθεν «εχθρότητα» που δείχνει η Ευρώπη προς τους Έλληνες. Έτσι εξηγείται γιατί στρέφουμε κανόνια και πολυβόλα στους ικέτες που ζητούν άσυλο στον Εβρο ή στο Αιγαίο, απλά και μόνο επειδή έρχονται. Οι φράσεις του Υπουργού ακολουθούν με ακρίβεια την θεωρία της «θυματοποίησης» και της αναμέτρησης των πληθυσμών, από την οποία μας προστατεύουν τα τείχη των μηχανικών, τα συρματοπλέγματα της αστυνομίας και τα όπλα του στρατού. Δεν ήταν μια απομονωμένη παρατήρηση.


Σε νωρίτερη ομιλία του στη Βουλή στις 7 Ιουλίου ο κ. Μηταράκης είχε πει χαρακτηριστικά ότι «… η χώρα μας έχει εγκλωβιστεί στο Δουβλίνο, δεν έχουμε καμία στήριξη από κανέναν και εξαιτίας αυτού βρεθήκαμε να είμαστε μόνοι μας στις μεγάλες κρίσεις».


Οι εκφράσεις αυτές ήταν προφανώς λανθασμένες: παραγνωρίζουν τα δισεκατομμύρια που δίνει η ΕΕ κάθε χρόνο στην Ελλάδα για το μεταναστευτικό, καθώς και τις διπλωματικές (και στρατιωτικές) προσπάθειές της να σταματήσει τις αιτίες των προσφυγικών ροών στην Τουρκία και αλλού. Δεν ήταν όμως προιόν άγνοιας, ούτε ήταν τυχαίες. Καλλιεργούν μια συγκεκριμένη ιδεολογία από την οποία κάποιοι πολιτικοί πιθανώς θεωρούν ότι ωφελούνται, αφού τους δίνει το δικαίωμα να αυτοπαρουσιάζονται ώς η κύρια άμυνα μιας πολιορκημένης Ελλάδας. Όσο πιο ανασφαλείς νιώθουν οι έλληνες πολίτες έναντι εξωτερικών εχθρών, τόσο πιο χρήσιμος θα φαίνεται ο πολιτικός κόσμος στο σύνολό του.


ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ


Κάποιοι σχολιαστές θεωρούν ότι η ρητορική της αδιευκρίνιστης απειλής απο τους πρόσφυγες είναι δυσάρεστη, αλλά είναι τουλάχιστον περιορισμένης εμβέλειας. Αφορά μόνο το μεταναστευτικό, ένα σχετικά μικρό κομμάτι της πολιτικής ζωής μας, ενώ η επιρροή της εκτείνεται ίσως μόνο στην ιδιόμορφη δική μας «φασιστόσφαιρα». Δεν συμφωνώ. Είναι φυσικό, πιστέυω, ότι ο φόβος και η ανησυχία που ενδεχομένως καλλιεργεί ένα κυρίαρχο ιδεολογικό δόγμα μιας ανασφαλούς Ελλάδας στην ευρύτερη κοινή γνώμη θα έχει μεγάλες και διαρκείς προεκτάσεις στην πολιτική και οικονομική μας ζωή. Η ρητορική αυτή συντηρεί εθνικιστικά και αντι-Δυτικά επιχειρήματα που ενισχύουν την αντίληψη ότι επειδή η Ελλάδα είναι «διαφορετική», δεν ωφελείται από τους πολυμερείς θεσμούς διεθνούς συνεργασίας ή τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και δεν χρειάζεται, συνεπώς, αυστηρή τήρηση των κανόνων του κράτους δικαίου ή της καταπολέμησης της διαφθοράς. Για τις θεωρίες αυτές, τα παραδείγματα ευνομούμενων κρατών της Ευρώπης φαίνονται άσχετα με την ελληνική εμπειρία. Αντίθετα, μια προοδευτική αντίληψη της Ελλάδας θα εξέταζε πώς η Ελλάδα μοιάζει με άλλες χώρες και θα προσπαθούσε να μάθει από το παράδειγμά τους, μελετώντας τις αδυναμίες μας και δανειζόμενη τις λύσεις που πέτυχαν αλλοί και ίσως πετύχουν και σε εμάς κατάλληλα προσαρμοσμένες.


Η ιδεολογία της ανασφαλούς και απομονωμένης Ελλάδας είναι ο κυριότερος αντίπαλος της μεταρρύθμισης και του εκσυγχρονισμού της χώρας. Το αίσθημα ανασφάλειας μιας κοινωνίας μπορεί να δίνει βραχυπρόθεσμα ωφέλη στην εκάστοτε εξουσία, έχει όμως σημαντικές παρενέργειες αφού ο φόβος και η ανασφάλεια κλείνουν τους ορίζοντές μας. Η αυτογνωσία που μας είναι αναγκαία για να πετύχουν δομικές αλλαγές στους θεσμούς και την οικονομία μας, όλο και θα αναβάλλεται, όσο η ελληνική κοινωνία αναπαράγει το ιδεολόγημα μιας δήθεν πολιορκημένης Ελλάδας, που δεν έχει τίποτα να μάθει από τις πετυχημένες μεταρρυθμίσεις σε άλλα δημοκρατικά κράτη και της οποίας οι προτεραιότητες είναι στα σύνορα και όχι το εσωτερικό της. Σήμερα μια ανασφαλής Ελλάδα έχει φτάσει να φοβάται ακόμα και μωρά που φτάνουν μέσα σε άθλιες βάρκες στις παραλίες μας. Μια φοβισμένη Ελλάδα, χωρίς αυτοσεβασμό και αυτοπεποίθηση δεν πρόκειται όμως ποτέ να κάνει σημαντικά βήματα στο διεθνές πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Ο φοβισμένος άνθρωπος κοιτάει πίσω του, όχι μπροστά του.


Αθήνα, 24 Αυγούστου 2021


Ο κ. Παύλος Ελευθεριάδης είναι καθηγητής δημοσίου δικαίου στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης

41 views0 comments
  • Facebook
  • Twitter
  • YouTube
  • Pinterest
  • Tumblr Social Icon
  • Instagram